Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

ΦΡΑΣΕΙΣ

Στο σημείο αυτό καταγράφονται φράσεις που ακούστηκαν προσωπικά από γεροντότερους. Στις περισσότερες φράσεις, όταν ζήτησα την ερμηνεία, μου αφηγήθηκαν ολόκληρη ιστορία. Κάποιος που κατέχει το γλωσσικό ιδίωμα και τη γραφίδα θα μπορούσε να γράψει μʼ αυτές τόμους ολόκληρους χιουμοριστικών κειμένων που συνέβησαν πραγματικά.
«Μι ταυγα μανδαλουμενους» = ο ετημόροπος, αυτός που είναι έτοιμος να διαληθεί (
«Του σκλι δερματ(ι) δεν γένητι» : σαν να λες « τον αράπη και αν τον πλένεις το σαπουνι σου χαλάς» ( Tο δερματίσιο( τουλουμίσιο) τυρί γίνονταν με δέρμα προβάτου γιατί είχε πόρους ,το σκυλί όμως δεν έχει πόρους γιαυτό δερμάτι δεν μπορεί να γίνει ποτέ)
« Στου ξένου του γκώλου χίλια δικανίκια » = Εγώ κοιτάζω το συμφέρον μου και δεν με νοιάζει για τον άλλο.
« Αυτός αφκριέτι ! » = 1 Αυτός που προσπαθεί να ακούσει κρυφά 2 αυτός είναι του τρίτου φύλλου.
« Αφκρέτι του κάτʼ του κόσμου » = έτοιμος για θάνατο
« Σώπα ρα μι σι φτύσου » = δεν έκανα κάτι σπουδαίο για να με ευχαριστήσεις.
« Του ξέξι του χουσμέτʼ» = παράγινε το κακό με κάποιον.
«Ξνό στραπί» =πολύ ξυνό
«Εμ γαμάει εμ μαγρίζει» ( Ετσι συμπεριφέρεται ο γάτος όταν συνεβρίσκεται με την γάτα) = Πλεονέκτης
«Έφαει τα λισιακάτ» =προσπάθησε παρα πολύ
‘Πλήθκα κι γίνκα μπουμπούλα’ = Πλύθικα πολύ καλά
‘Ζαλίσκα κι γίνκα σα μπουρλιθκου αρνίθ(ι)’ = πάω σα ζαλισμένη κότα
‘Τζιτζινκσαν τα φτιά μ» =από το πολύ θόρυβο βουιζουν τα αυτιά μου
«Χαδιάριμ παρι μι ένα πιντακουσιάρκου καραμέλις’ = χαιδεμένομου παιδακι παρέ με μισή δραχμή καραμέλες
‘Ουμπα πλια ξυσλόιστ’ι = αμαν πια τρελέ
« Σμά κουντά τα …» = λέγεται για κάτι που δύσκολα επιτυγχάνεται, (αναθέτουμε μια δουλειά σε κάποιον που ενώ φαίνεται εύκολη είναι πολύ δύσκολη ).
« Διάουλους ματαβραζμένους » = πανέξυπνος άνθρωπος.
« Νότχια ψείρα » = λέγεται για τον τιποτένιο.
« Μούτκους τσίντσιρας » = ύπουλος άνθρωπος.
« Μʼ έριξις ένα παρά » = με πρόσβαλες, με περιφρόνησες, με ταπείνωσες.
« Κάθι μέρα Πασκαλιά…» = δεν είναι όλες οι μέρες χαρούμενες.
« Άι βάλι ιβλουγητός » = άρχισε επιτέλους να κάνεις κάτι.
« Σάματʼ θα ζίσου μι τα βνά » = για το εφήμερο της ζωής.
« Τόκαμα σιαπάν ( ή σιακάτʼ, σιαπέρα κλπ.) = πηγαίνω προς τα επάνω ( κάτω κλπ ).
« Η τέτχια, η πάδγια, η ράντγια,… » = ο καθένας μπορεί να εννοήσει οτιδήποτε.
« Ιένα ντόνου » = μεγάλη ποσότητα.
« Ιένα κιαϊμέτʼι » = ένα σωρό πράγματα.
« Σκλήκια έχς στου κώλους » = για τον άνθρωπο που δεν ησυχάζει με τίποτα.
« Σά τς μπουμπνοι στου σκατό » = συγκέντρωση ατόμων γύρω από ένα ανάξιο λόγου θέαμα.)
« Του μάζουξα τʼ αραβάνʼ » = έφυγα τρέχοντας.
Ει αιντε σφύρξαν = πάμε να φύγουμε πε΄ρασε η ώρα ( Όταν οι Γερμανοι στην κατοχη διώχναν τον κόσμο από την αγορά μετά από καποια ώρα σφύριζαν με τις σφυρίχτρες τους δηλωνοντας ότι πέρασε η ώρα)
Ευτυχώς … γιατί θα γένουμασταν νοικουκυραίοι » = ευτυχώς… γιατί θα καιγόταν το σπίτι μας, θα καταστρεφόμασταν κλπ.
« Μʼ έφαι η μαρμάγκα » = κουράστηκα υπερβολικά για κάτι.
« Μʼ έζουσαν του ζνάρʼ» = Μʼ έβαλαν να δουλέψω στο επάγγελμα του πατέρα μου.
« Τράνιψι η δλιά τʼ » = ο νεόπλουτος που έγινε ακατάδεχτος.
« Γίνκα μπιρμπάτʼι » = άσχημο λέρωμα από κόπρανα ή βρώμικα νερά.
« Ίιι, τρανός γκαΐλές ! » = δεν χολοσκάζω με όσα μου λες.
« Είσι να σι κλέν οι ρεγκις » = είσαι αξιοθρήνητος.
« Ψόφια ψείρα » = ο απένταρος.
« Φάτσα – φόρα » = ακριβώς απέναντι.
« Σώπα κι μούλουνι κει πέρα» = μη το συζητάς καθόλου (ΗλΝΠ : μούλουνι θα πει σιώπα ! )
«Κάτσι καλά μι σι χώσου καμία κατά μουτσνίς»= κάθησε καλά για να σε ρίξω καμιά στο προσωπο
« Ιούού σκλιά ! » = φύγετε μακριά αρπαχτιάρηδες (λαίμαργοι).
« Αιντι ρα αιντι… » = Ώ! Ρε τι έχει να γίνει!…
«Του κατέχʼ του άθλημα » = είναι ειδικός σε κάτι, ξέρει τον τρόπο να τα καταφέρει ( όταν πρόκειται για δυσκολία ).
« Μι τʼ νʼ αράδα ξιούντι τα γουμάρια » = μην ανησυχείς θάρθει και η σειρά σου.
« Μισιακό γαιδούρ(ι) .. λύκους του τρώει » = δεν έχει προκοπή ο συνεταιρισμός.
« θα μας βαρέσ νταϊρέʼ» = θα μας κάνουν βούκινο στη γειτονιά.
« Μίρτι ου ουρανός σφουντίλʼ» = χτύπησα άσχημα στο κεφάλι μου, έμεινα κατάπληκτος από την αναποδιά που μου έτυχε.
« Τʼ πάτσις…» = έκανες λάθος, έσφαλες.
« Μι τʼ ν ώρα σʼ » = εγκαίρως.
« Πάτʼ κιούτʼ » = όπως – όπως.
« Μι ψόφσις » = με άφησες άφωνο με τα λεγόμενά σου.
« Κάτσι στʼ αυγά σʼ» = μην ασχολείσαι και μείνε αδιάφορος.
« Πού του γιννάει η μάνα του πιδί κι πού του βρίσκʼ ! » = λέγεται για κάτι που έγινε χωρίς να είναι προγραμματισμένο.
« Άπλυτου αγγιό ! » = άνθρωπος με άσχημη γλώσσα, βωμολόχος.
Του χαμένου του πατσί = Απαράδεχτος
« Τού χαμένου του τσιόλʼ » = για τον άχρηστο.
« Απόλκι τα μλάρια » = έκανε εμετό.
« Τουν πήρι ψλιά τουν αμανέ ! » = είσαι τακτοποιημένος και μιλάς αφ΄ υψηλού.
« Τόχς γιρά χαμένου » = δεν ξέρεις τι σου γίνεται.
«« Τουν έχου απ΄του κουντό » = τον προσέχω ιδιαιτέρως.
« Ιού, χαμένου ιργαλείου » = ο ασυνάρτητος στα λόγια και στις πράξεις.
« Ιιού σουμένου φουκάλʼ» = ο ξεζουμισμένος, αυτός που δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε.
« Έφκιασι τουν κόυκου μπούφου » = έκανε κάτι χωρίς επιτυχία.
« Αλαντάμ μπαμπαντάμ » = ανέκαθεν, πάππου προς πάππο ήθη και έθιμα, πατροπαράδοτες συνήθειες.
« Ζγιάζʼ απʼ τς αλαφρές » = ο κουτός.
« Λουιούν ντου λουιούν » = διαφόρων ειδών, μεγάλη ποικιλία.
« Ίσι ντιπ  Γιαμπάνς» = Είσαι εντελώς αφηρημένος
« Μας τσάκουσαν οι χαραές » = ξενυχτήσαμε ως το πρωί.
« Ξίκʼ να γένʼ» = ξέχνα το, άστο να πάει.. .
« Να γέντς ξίκʼ » = να απαλλαγώ από σένα.
« Σαν τʼ παπά του γρούνʼ » =
« Σʼ έφαγα γκαρμπουλάχανου » = σε κατατρόπωσα.
« Τα τίναξις τα μπουριά ; » = έκανες έρωτα ; ξαλάφρωσες ;
«Τα τίναξι τα πέταλα» =Πεθανε
« Πάρτνι σβάρνα » = εμπρός, κατατρόπωσέ τους. Νίκησέ τους.
« Τα πήρις όυλα σβάρνα » = δεν άφησες τίποτε όρθιο.
« Μι πήρις σβάρνα » = δεν μου έδωσες ευκαιρία να αντισταθώ.
« Ότ' μʼ ότʼ» = λες ασυναρτησίες.
« Του βγιό νικάει του στχιό » = με το χρήμα όλα γίνονται.
« Τι σι μέλʼ ρά ; » = γιατί χολοσκάς ;
« Ίιι, χάχα – μπάχα » = αυτά που λες είναι γελοία πράγματα.
« Ζβαρνίζʼ τα γκιούμια » = είναι ανίκανος να περπατήσει, σέρνει τα πόδια του (από κούραση, από τα γεράματα, από τη μέθη κτλ.).
« πάει τα γκιούμια » = είναι πούστης.
« Πέταξαν τα πλιά τʼ » = μεγάλωσαν τα παιδιά του και έχουν τη δική τους ζωή. Έγινε χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις.

Επανομίτικα επαγγέλματα

Αβτζής = ο κυνηγός
Αγουγιάτς = ο μεταφορέας
Αλμπάντς = ο πεταλωτής
Αραβάντς = ο μεταφορέας
Αραμπατζής = ο μεταφορέας επιβατών
Βαπελάς = ο βαρελοποιός
Γανουτής ( και γανουματής ) = πλανόδιος που γυάλιζε τα χάλκινα ή σιδερένια κουταλοπείρουνα
Γιλαδάρς = ο βοσκός αγελάδων
Γουναράς = ο γουνοποιός
Κάλφας = ο μάστορας
Κανταρτζής = υπάλληλος υπεύθυνος για την μέτρηση
Καπιτάνιους = ο χωροφύλακας
Κιρατζής = ο μεταφορέας εμπορευμάτων ( από πόλη σε άλλη πόλη )
Κουδουνάς = ο κωδωνοποιός
Δραγάτης, =o βιλάτορας, ο αγροφύλακας
Λαϊνάς = ο κεραμοποιός με ειδικότητα τα λαγήνια
Μαραγκός = ο ξυλουργός
Μουταφτσής = ο υφαντής χοντρών αντικειμένων
Μπακάλς = ο παντοπώλης
Μπαλοματής = ο επιδιορθωτής ρούχων ή παπουτσιών.
Μπαχτσιβάνους = ο κηπουρός, ο περιβολάρης
Ντεμιρτζής = ο σιδηρουργός
Ντραγάτς = ο αγροφύλακας
Ντουγραματζής = ο ξυλογλύπτης
Ντουλαπτζής = ο επεξεργαστής δερμάτων (?) – ο επιπλοποιός (?)
Παπλουματάς = πλανόδιος συντηρητής παπλωμάτων, στρωμάτων κλπ.
Παπτσής = ο υποδηματοποιός
Σακιλάρς = ο γραμματέας
Σαμαράς = ο κατασκευαστής σαμαριών
Σαράφς = ο χρηματιστής
Σιμιτζής = ο κουλουροποιός
Σιντουκάς = ο φερετροποιός
Τερζής = ο ράφτης ( ο ειδικευμένος στο χρησοκέντημα των ρούχων ).
Τσόμπάνους = ο βοσκός των αιγοπροβάτων
Τσιουρμπατζής = ο έμπορος, ο πραματευτής
Τουλουμπατζής = παπουτσής ειδικός στα τουλουμπατζίθʼκα
Τσαγκάρς = ο ασχολούμενος με την επιδιόρθωση αλλά και με την κατασκευή τμημάτων του παπουτσιού
Τσιαμπάις = ο ζωέμπορος
Τσουκαλάς = ο κεραμοποιός, ο κατασκευαστής τσουκαλιών
Χαμάλς = ο αχθοφόρος
Χανιτζής = ο ξενοδόχος ( της εποχής )
Χασάπς = ο κρεοπώληςα

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ


Α. ΑΝΔΡΙΚΑ

Αλέκους = Αλέκος
Απόστολος = Πουστόλς ,Πουστουλάκς
Γιορς = Γεώργιος
Τσίτσιους = Χρήστος
Βαγγέλς = Βαγγέλης
Γληγόρς = Γρηγόρης
Κώτσιους = Κώστας
Ντίνος =Κωσταντίνος
Γόλης = Γρηγόρης
Γιοργης = Γιώργος
Καλίτσιας = Χαρίσης
Νίκους- Νικόλας =Νικόλαος
Λίας = Ηλίας
Λιάκους = Ηλίας
Λάζαρους = Λάζαρος
Μάνους = Μανώλης
Μίχους = Μιχάλης
Μπατζόλας = Μανόλης
Μπατσίλας = Βασίλης
Μτιούλτς = Δημήτριος
Νάσιους = Αθανάσιος
Γιάνς = Γιάννης
Θόδωρους = Θεόδωρος
Τάτους =Θεόδωρος
Ντίνος = Δημήτρης
Ντόνης = Αντώνης
Πάρις = Παρασκευάς
Παυλής = Παύλος
Πίλιους = Σπύρος
Σαβούλης = Σάββας
Σιδέρς = Ισίδωρος
Στάμκους = Στέφανος
Στάμους = Σταμάτης
Στέργιους = Στυλιανός
Στέφους = Στέφανος
Στεφανής =Στέφανος
Τάσιους = Αναστάσης
Τόλις = Αποστόλης
Τρούλης = Δημήτριος
Μήτσιους =Δημήτριος
Τάκης= Δημήτριος
Τσέλιους = Στυλιανός, Στέργιος
Τσίλης = Στελάκης ( χαϊδευτ. )
Τσιουβάς = Παρασκευάς
Τσιώμους = Θωμάς
Φάνης = Θεοφάνης
Φόρης = Χριστόφορος
Φώτς = Φώτιος
Χαρίισς = Χαράλαμπος
Χριστάκς = Χρήστος

Β. ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ

Αννίκα = Άννα
Ασμίνα και Σιμίνα = Ασημίνα
Αφρατή = Αφροδίτη
Βαγγιλή = Ευαγγελία
Βαγγιλούδα = Ευαγγελία
Βάια = Βάγια
Βακή =
Βιλίκου = Γλυκερία ( Παπασιώπης : είχα τη γνώμη ότι θα επρόκειτο περί Βασιλικής. Μου είπαν όμως ότι έτσι λένε την Πασχαλιά ).
Βιτώργια = Βικτωρία
Γίτσα = Γεωργία
Βαγκέλου = Ευαγγελία
Ζιόλια = Θεοδώρα
Ιβγένα = Ευγενία
Κάλια = Καλλιόπη
Κατίγκου = Αικατερίνη
Κατίνα =Κατερινα
Κατή = Αικατερίνη
Κατρίνʼ = Αικατερίνη
Κουκούλα = Βασιλική
Βασλική= Βασιλική
Λένκου = Ελένη
Λινούδα =Ελένη
Λιάγκα = Αλεξάνδρα
Λίνα = Μαλίνα, Μαρίνα
Λιόπου = Καλλιόπη
Λισάβʼ = Ελισάβετ
Σαβούδα= Ελισάβετ
Μαλάμου = Μαλαματή
Μαλίνα = Μαρίνα
Μαργούλα και Μαργώ = Μαρίνα
Μαντώ = Διαμάντω
Ματή = Μαλαματή
Ματιούκου = Ματίνα
Μητιώ = Σταματία
Θυμία = Ευθυμία
Μπαλάσου = Βαλασία
Μπήινα = Πηνελόπη
Μπίλιου = Βασιλική
Μπλίκου = Γλυκερία
Μπουζίτσα = Θεανώ
Μπούλου = Ελισάβετ
Μπούντιου = Θεανώ
Νίνα = Ειρήνη
Νιάνια = Άννα
Νιούλα = Αθηνά
Νούμτα = Ναούμα
Ντουντούλα = Αλεξάνδρα
Πανάιου = Παναγιώτα
Πάση = Ασπασία
Πιπίνα = Δέσποινα
Πιλίνα = Πελαγία
Πόπη = Καλιόπη
Ρήνα = Ειρήνη ή και Κατερίνη με ι. (Παπασιώπης).
Ρούλα = Θεοδωρούλα, Μαρούλα, Ζαχαρούλα κλπ.
Ρούσα = ( ? ) ( Κοκκινομάλλα ) ( + Επισκ. Διονύσιος : «πού το βρήκατε αυτό το όνομα ;» (σε βάπτιση).
Σουλτάνα = (?)
Σουτήρου = Σωτηρία
Στιργιανή = Στυλιανή ( Στέλλα )
Τέλια = Περιστέρα
Τζιτζίκου = Θεοδότα
Τιτίκου = Αικατερίνη
Τιτιούλα = Δήμητρα
Τσιάντα = Αλεξάνδρα
Τσιβούλα = Παρασκευούλα
Τσιτσιά = Αναστασία
Τσιτσιούλα = (χαϊδ.) Αναστασία
Φούλα = Φωτεινή
Φριδρίκου = Φρειδερίκη
Φρουσύνʼ = Ευφροσύνη
Φώτου και Φουτούλου = Φωτεινή
Χιουνάτα και Χιόνου = Χιονία


ΚΕΙΜΕΝΑ


Χρόνια τώρα, μαζώνουμι κείμενα που αναφέρονται στην Επανομή και επειδή τα θεωρώ ενδιαφέροντα τα κρατώ σε ένα ντοσιέ . Τα καταθέτω, για να πάρει μία μικρή ιδέα ο αναγνώστης,

ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ ΕΠΑΝΟΜΗΣ

Αν μια ιδιωματική λέξη λέγεται ακριβώς όπως και στην Κοινή Νεοελληνική, η αυστηρή δεοντολογία απαιτεί από τον συλλογέα ή τον ερευνητή να την παραθέσουν το πολύ ως τύπο, όταν γράφουν το λεξιλόγιό τους, στα μακεδονικά π.χ. «λιβέντς – λεβέντης, (βλ. Φωνητική)» - και τέλος. Τις φράσεις δηλαδή ,<<ξέρς τι λιβέντς είνι αυτός; >> ή <<πότι γίνκι τέτοιους λιβέντς ου γιό σʼ;>> κ.τ.λ. κ.τ.λ. η αυστηρή κριτική θα τις έβλεπε γέμισμα χαρτιού και τίποτε άλλο. Φαίνεται όμως ότι ο ενδόμυχος αυτός φόβος των συλλογέων, ίσως όμως και των επιστημόνων ( που αυτούς τους περιμένει και αυστηρότερη κριτική ), άφησε και αφήνει ακόμα στις μέρες μας κάποια κενά στην επιστήμη, που πρέπει να τα συμπληρώση μία νέα έρευνα. Γιατί, με τη νοοτροπία αυτή, να μην αναφέρει δηλαδή κανείς στην οποιαδήποτε συλλογή του λέξεις πραγματικά πάγκοινες, αφήνεται στον αναγνώστη να καταλάβει ότι οι λέξεις αυτές λέγονται και στο ιδίωμα όπως και στην Κοινή Νεοελληνική, στην ίδια έκταση και με τις ίδιες εκφράσεις.

Είναι όμως έτσι πάντοτε τα πράγματα; Αν αναφέρω ότι στην Επανομή η λέξη μεγάλος – μιγάλους είναι άγνωστη, σίγουρα θα ξαφνιαστούν πολλοί – και δίκαια : «άγνωστη» δεν είναι, ο Επανομίτης θα την καταλάβη άμα την ακούση, αλλά εκείνο που ενδιαφέρει είναι ο ίδιος δε θα τη χρησιμοποιήση ποτέ, ή σχεδόν ποτέ, γιατί χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά τη συνώνυμη λέξη τρανός ,τρανίτηρος ( μόνο στην πειραχτική έκφραση μιγάλους κι τρανός θα την πή). Εδώ βρίσκεται τώρα το λεξιλογικό και ταυτόχρονα λεξικογραφικό πρόβλημα. Στο λήμμα τρανός ( με τα παράγωγα και τα σύνθετά του ) πρέπει οπωσδήποτε να σημειωθεί ότι η λέξη χρησιμοποιείται αποκλειστικά και ότι η συνώνυμή της *μιγάλους καθώς και τα παράγωγα και τα σύνθετά της, ενώ κατανοούνται, δεν χρησιμοποιούνται.

Τότε, στο ίδιο αυτό λήμμα τρανός έχουν τη θέση τους την τελείως απαραίτητη όλες εκείνες οι χρήσεις ή οι εκφράσεις που λέγονται στην κοινή Νεοελληνική με το μεγάλος :
τρανός μπιλιάς αυτός η Γιώργης( επίθετο )
μκροί τρανοί στου παζάρ(ι)( ουσιαστικοποιημένο επίθετο )
τράνιψι, αρά, τόσου ου γιός σ; ( ενεργ. ρήμα )
παρατράνιψι του κακό ( σύνθετο ρήμα )
τί σόι τράνιμα είνι αυτό; ( παράγωγο ρήματος )
κ.τ.λ., κ.τ.λ., κ.τ.λ..

Όλα αυτά δεν είναι διόλου, πιστεύω, γέμισμα χαρτιού, είναι αποδεικτικά στοιχεία και για την συχνότητα με την οποία η λέξη χρησιμοποιείται στο ιδίωμα και για την αποκλειστικότητα της χρήσης. Και στο λήμμα, λοιπόν, τρανός θα είχε θέση μία σημείωση όπως : « Το επίθ. μεγάλος δεν χρησιμοποιείται», και λήμμα ξεχωριστό με αστερίσκο: «μιγάλους» θα μπορούσε να γίνη, παραπεμπτικό στο τρανός. Μερικές παρόμοιες λέξεις που θα τις ονόμαζα «αρνητικά λήμματα», αναφέρω παρακάτω.

* μουρό. Σπάνια λέγεται η λέξη αυτή στην Επανομή για το νεογέννητο ή το νήπιο. Λέγεται πάντοτε του μʼκρό . Αλλά ούτε και το επίθετο μουρός λέγεται, τουλάχιστον από τους Επανομίτες που μένουν ανεπηρέαστοι από την κοινή χρήση. Και μαζί με αυτό μένουν σε αχρηστία, σαν σε ψυγείο, και άλλα συνώνυμα και συγγενικά του επίθετα, όπως *τριλός, *ανόητους κτλ. και όλα αυτά γιατί τις πολυποίκιλες αυτές αποχρώσεις της κεντρικής έννοιας αναλαμβάνει να τις καλύψει το ιδίωμα
* αγόρʼ. Αρνητικό και τούτο το λήμμα, και μάλιστα όχι μόνο στην Επανομήή και στα βόρεια ιδιώματα, αλλά ίσως και σε άλλες περιοχές ( π.χ. Αρναία ,Κοζάνη κ.α.). Το χαριτωμένο ανέκδοτο με τον Επανομίτη που ακούει από το μαιευτήρα στην κλινική : <<Άιντι, ρε Κώτσιου , να σι ζήσʼ τʼ αγόρʼ>> και ρωτάει <<φχαριστώ, γιατρέ, αλλά δέ μʼ είπις τί γένση η Μαρία, πιδί ή κουρίτσʼ; >>
* κιρδίζου. Το ρήμα δεν λέγεται στο ιδίωμα. Με την έννοια του κέρδους από εργασία χρησιμοποιείται το βγάζου.
*ψήνου. Το ρήμα λέγεται, αλλά μόνο για τις περιπτώσεις που κατά το μαγείρεμα δε χρησιμοποιείται νερό. Στην κατσαρόλα δεν ψίνιτι ούτε η φασολάδα, ούτε το αρνί με τις πατάτες, ούτε τίποτε άλλο. Η Επανομίτισα μαγειρεύ(ι) του φαΐ στη φωτιά, το φαΐ βράζ, ποτέ δε ρωτάει η μια γειτόνισσα την άλλη «τι τς ψήντς σήμερα τς θκοί σ ;» πάντα «τι τς μαειρεύς ;» ή με το ουδέτερο ρήμα φκιάνου,
<<τς έφκιασα ένα γιαχνί, θαραπαύκαν». Κι ο καφές δεν ψήνιτι ποτέ στην Επανομή, βράζʼ, φουσκώνʼ, γένιτι αλλά να ψηθεί ποτέ. Όταν οι κοπελίτσες έπαιζαν κάποτε τις «κυρίες» και έλεγαν το γνωστό «…πιράστι απʼ τουν καναπέ να σας ψήσου έναν καφέ..», αυτές παπαγάλιζαν ανυποψίαστα την φρασεολογία πανελληνίου παιχνιδιού, οι μάνες όμως που τις άκουγαν δεν άφηναν ασχολίαστο το πράγμα : «Τί μουρʼ ψημένουν τουν πίνʼν τουν καφέ οι μκρές ;» Τόσο έντονα αντιδρά το γλωσσικό αισθητήριο στην ασυνήθιστη χρήση.

*Φλεύου. Όλα τα λεξικά της Κοινής Νεοελληνικής μιλούν αδιακρίτως για προσφορά φαγητού, γλυκού, ακόμα και φιλοδωρήματος. Για τα Επανομίτικα οι δύο τελευταίες περιπτώσεις είναι αδιανόητες. Ιδίως το παράδειγμα του λεξικού της «Πρωίας» πχ. «δίδω μικρόν φιλοδώρημα : κάνε μου αυτό το θέλημα και κάτι θα σε φιλέψω». Φλεύου στα Επανομίτικα θα πή νέτα σκέτα «τραπεζώνω» και φυσικά η φλιά προϋποθέτει φαγοπότι γερό. Κάποτε που μία μαθητριούλα απάγγελνε το αριστουργηματάκι σένα σκετς του σχολειου της ,εκείνο του Πάλλη «Καλημερούδια», όπου η μικρούλα λέει στα ζωάκια της «…πάω να προφτάσω τον παππού που με φιλεύει σύκα». Μια κυρά από την Επανομή που άκουγε ,ενώ χάρηκε το ποίημα γλωσσικά «διαμαρτυρήθηκε» : «μʼ τί έρμ φλιά ήταν αυτήν ; μι σύκα ;» Νομίζω ότι και στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο έχει διάδοση η έκφραση ( οπωσδήποτε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ) :

Και στα λήμματα αυτά νομίζω ότι είναι τελείως απαραίτητο, με οδηγό πάντοτε τα καλά λεξικά της Νεοελληνικής, να σημειώνεται η περιορισμένη χρήση : οι λέξεις λέγονται, αλλά όχι σε όλο ο πλάτος της Κοινής Νεοελληνικής. Ο ερευνητής έχει εδώ να κάνει με «μισοαρνητικά λήμματα», λειψά – παίζοντας θα τα ονόμαζα «λείματα».

Τέλος, αντιπρόσωπος των λέξεων εκείνων που διακρίνονται από κάποιον κατακλυσμό αποχρώσεων ειναι ο ζμπέθιρός, ιδίως η ζμπιθέρα. Οι λέξεις σημαίνουν φυσικά ό,τι και τʼ αντίστοιχά τους της Κοινής Νεοελληνικής. Όπως όμως το κρητικό σύντεκνος χρησιμοποιείται, ιδίως στην οικεία γλώσσα και μάλιστα και από μη Κρητικούς προς Κρητικούς , ως ισότιμο του φίλος, πατριωτάκι κτλ. συχνότατα στην κλητική, έτσι και το ζμπέθιρος – ζμπιθέρα πήρε στην Επανομή και παραπλήσια και ευρύτερη και πιο προχωρημένη σημασία. Για να συλλάβη κανείς τις έννοιες αυτές, πρέπει να πλησιάσει με πολλή προσοχή και – θα έλεγα – με σεβασμό τη λαϊκή ψυχή και τις εκφραστικότατες εκδηλώσεις και στάσεις της κοινωνικής ζωής. Γίνεται ένας αρραβώνας, δυό σπίτια συμπεθεριάζουν. Ποιοί όμως συγγενείς συμπεθεριάζουν, δηλ. ως ποιο βαθμό συγγένειας φτάνει το συμπεθέριασμα ; Βασικά συμπεθεροί είναι τα τέσσερα πρόσωπα, οι γονείς των δύο μνηστευμένων – και το σοβαρό γλωσσικό ήθος ως εκεί απαιτεί και επιτρέπει την ορολογία. Ποιος όμως θα βάλει δεσμά στη γλώσσα ; Στο δείπνο, δίπλα στους γονείς κάθονται τʼ αδέλφια.<< ‘Να μας ζήσʼ ζμπέθιρι …», προπίνουν οι γονείς, κλητική χρειάζονται και οι άλλοι… Ακούν και τα ξαδέλφια της μιάς πλευράς και εύχονται στα ξαδέλφια της άλλης – πώς αλλιώς ; «‘…Κι στα θκά σʼ ζμπιθέρα.» Τις Δευτέρες μετά τον αρραβώνα ένας κόσμος ολόκληρος αλληλοπροσφωνείται με το ζμπέθιρε -ζμπιθέρα. Δεν υπάρχει χώρος για απορίες :<<…. απού πού συμπιθιρός Θανάσ' ; Ιά ήμασταν στνα αρραβώνα τσ Μαρίας κι κάθουμασταν δίπλα δίπλα κι τά ʽπναμι». Αλλά κι οι νεαροί, που κρυφοκοιτούν στη σάλα τις νεαρές, πρέπει να βρούν τρόπο να πλησιάσουν :
« ….Χουρεύουμι… ζμπιθέρα ;» κι ας μην είχαν ανταλλάξει χρόνια ούτε το πολυπόθητο χαίριτι στη βραδινή βόλτα στου παζάρ(ι). Λίγο τώρα τα χαίριτι που πληθύνονται στη βόλτα, λίγο η υπόμνηση του νεαρού στην κοπέλλα : « …άρα, γλέντʼ απού ʽκαμάμι στν αρραβώνα !», τέλος τα πειράγματα των άλλων, που παρακολουθούν κρυφομιλήματα και μισοφοβισμένες συναντήσεις, όλα οδηγούν σε νέες καταστάσεις και επομένως και σε νέες έννοιες της λέξης : «…Σα να σι πήρι ιψές του μάτι μ μι τσʼ ζμπιθέρα…» Η λέξη τώρα πήρε την απόχρωση «φιλενάδα ερωτική». Αλλά και την ουδέτερη σημασία «μια κάποια γυναίκα» έχει ακόμα στην Επανομή η λέξη ζμπιθιρά, σημασία που ξεκίνησε από την πολυπλήθεια, να πώ, των προσώπων που καλλούνται σʼ αρραβώνα και γάμο. Όταν έτσι ή αλλιώς όλη η Επανομή είναι (ή μάλλον ήταν) ένα μεγάλο συμπεθεριό,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου