Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Π

παένου (ρ.) : α. πηγαίνω, β. πάω κάτι σε κάποιον, μεταφέρω, γ. "δεν παένʼ" = δεν ταιριάζει, δ. "δεν παέν άλλου' = 1. ως εδώ και μη παρέκει, 2. δεν χωράει άλλο φαγητό το στομάχι μου.
παζαριώτς (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που πάει στα παζάρια για ψώνια, β.η κατοικει στην αγορά. παζάριμα (του) = η προσπάθεια μείωσης της τιμής, γ. παζαρόσκυλου (του) : 1. το άτομο που γυρνάει όλη μέρα στο παζάρι χωρίς να ψωνίζει τίποτε, 2. το αδέσποτο σκυλί (που τριγυρνάει στο παζάρι μήπως βρει κάτι να φάει).
παημένους (επίθ.) : α. αυτός που πάσχει από μία μόνιμη ή ανίατη πάθηση, β. αυτό πού έπαθε κάποια ζημιά, γ. ειρων. ο παλαβός, ο τρελός.
παέσκου : πηγαίνω
παϊβάνʼ (του) : ιμάντας στα πόδια των μικρών αλόγων για να τα εκπαιδεύσουν ώστε να κάνουν μικρά βήματα.
παϊτόνʼ (του) : α. τετράτροχη άμαξα που την σέρνει ένα άλογο, β. Προέλευση : από το γαλλ. μέσω τουρκ. phaeton (payton), πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 254, γ. (lias : Προέλευση : από το Φαέθων που κατά τη μυθολογία ήθελε να οδηγήσει το άρμα του πατέρα του, πηγή : ΑΠΘ ).- ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ. Άκου Γαλλικό από το τούρκικο!
παλαμαριά (η) : α. ξύλινη προστατευτική καλύπτρα της παλάμης κατά το θέρισμα, για την αποφυγή τραυματισμού από το δρεπάνι,
παλαμουδέρνου (ρ.) : α. κάνω χειρονακτική δουλειά, β. περιπλανιέμαι για να βρω κάποια δουλειά, γ. κουράζομαι από τον ποδαρόδρομο.
παλάντζα (η) : α. είδος ζυγαριάς με ένα τάσι, β. μετ. άνθρωπος με ευμετάβλητη γνώμη, συνήθως υπέρ του ισχυρότερου, γ. Προέλευση : από το ιταλ. balanza, πηγή : ΑΠΘ, δ. Προέλευση : από το σύνθ. πάλιν+άνυσμα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
παλιά (η) : μεγάλης ηλικίας.
παλιο- και παλιού- α. όταν μπαίνει μπροστά από κάποια λέξη της προσδίνει μειωτική ή υβριστική σημασία, π.χ. παλιόπτανα, παλιουχώργιατους, παλιάμπιλου, παλιόχαρτου, παλιόσκυλου, παλιουσούργκουνου, παλιουδλιά κτλ.
παλιούκιρους (επίθ.) : α. κάθε τι που προέρχεται από τα παλαιότερα χρόνια (έθιμα, ρουχισμός, τρόποι μαγειρικής ), β. παλιομοδίτικος, γ. του παλιού καιρού.
παλιούρʼ (του) : α. σχετικά ψηλός και αγκαθωτός θάμνος, β. παλιουρόπτις (οι) = οι καρποί του παλιουριού που είναι στρόγγυλοι και επίπεδοι, γ. Προέλέυση : από το αρχαίο παλίουρος, πηγή : ΑΠΘ, δ. παλιουκόπους και παλιουρουκόπους (ου) = αγροτικό εργαλείο (κάτι ανάμεσα σε δρεπάνι και μπαλτά) για την κοπή των αγκαθωτών θάμνων, ε. παλιούργια (τα) = 1. η συστάδα δένδρων παλιουριού, 2. τα παλιά αντικείμενα, 3. οι αντίκες.
παμπόρ' (του) : α. ο χαρταετός, β. Φράση : «γίγκα παμπόρʼ» = θύμωσα υπερβολικά.
πανάρι : εξώφυλο
πανουγόμʼ (του) : α. το επιπλέον βάρος, (Τιτέλης = "τʼν είχα κι αφτήν πανουγόμʼ…"), β. βάρος, φόρτωμα, γ. έχω κάποιον υπό την προστασία μου, δ. απρόσκλητος ή απροσδόκητος μουσαφίρης, ε. ο ανεπιθύμητος, ο φορτικός, στ. Προέλευση : από το αρχ. γόμος = φορτίο, πηγή : Π.Λ.Μπ.
πανουθιώμ΄ : από πάνω μου
παντριά (η) : α. με τη λέξη αυτή αναφερόμαστε στο θεσμό του γάμου, β. για την τελετή δες «η χαρά»*, στον 17ο τόμο των «Δυτικομακεδονικών Γραμμάτων».
παπαδίτσα (η) : α. το έντομο πασχαλίτσα, β. είδος μικρών μαύρων πουλιών (αιγίθαλος), γ. είδος ποώδους φυτού, δ. (Χ.Χ. = πόπ κόρν, φούσκες, [lias : άμα δεν είσι Επανομίτς αυτά παθέντς!], οι φούσκις στα επανομίτκα λέγουντι παπαρδέλις* γιατί όταν σκάζουν… δες σχετικά).
παπάζʼ (του) : α. το φέσι, β. η φούντα του φεσιού.
πάξα : μεγάλι φέτα  ψωμιού
παπαμανόλτς (ου) : α. η νταμιτζάνα του κρασιού, β. γυάλινο δοχείο διπλάσιο της χιλιάρας* (Παπασιώπης), γ. (lias : Παπαμανώλης ήταν ένας μερακλής παπάς με ιδιαίτερη αγάπη στο καλό κρασί).
παπάρα (η) : α. ανακατεμένα κομμάτια στεγνού ψωμιού στη σούπα, το γάλα κτλ., β. Φράση : «τάκαμις παπάρα» = έμπλεξες την υπόθεση,, γ. παπάρας (επίθ.) = 1. ο ανακατωσούρας, 2. ο επιπόλαιος.
παπαρδέλις (οι) : α. οι φούσκες του καλαμποκιού, το ποπ κορν, β. φλυαρίες, γ. μετ. οι πορδίτσες, δ. [β]παπαρδέλας[/β] (επίθ.) = 1. ο φλύαρος, ο πολυλογάς, 2. ο μεγαλόστομος, δ. Προέλευση : από το ιταλ. pappardella, κυριολ. pappardelle = λαζάνια, πηγή : ΑΠΘ.
παπάρια (τα) : α. οι όρχεις β. τα εμπόδια σε κάποια δουλειά μας, γ. παπαριές (οι) : 1. οι ανοησίες, 2. οι υπερβολές, 3. οι ψεύτικες δικαιολογίες, δ. παπάρας (ου) = 1. αυτός που έχει μεγάλους όρχεις, 2. ο επιπόλαιος.
παπούρʼ (του) : α. το αιδείο, β. παπούρου (η) = 1. η έχουσα παχύ αιδοίο, 2. μετ. η κουτσομπόλα.
παππούς (ου) : α. ο παππούς, β. ο γέροντας, γ. η φωτογραφία δ. η ζωγραφιά και δη η προσωπογραφία, ε. πάπδις (οι) = τα ίχνη στο χιόνι, στ. φράση : "πάππουν μι πάππουν" = η τακτοποίηση των χαρτονομισμάτων από τους πλούσιους (τους λεφτάδες),
παπούλιους :αντίχειρας.
παπτσής (ου) : α. ο υποδηματοποιός, β. παπτσίθκου (του) = το παπουτσάδικο, γ. παπτσίθκους (επίθ.) = το αηδιαστικό φλέγμα της μύτης ή του στόματος.
παραδάγκαλου : πρισμένος λεμφαδένας
παραθυρόφλου (του) : α. παραθυράκι, β. κοινό μικρό παράθυρο δύο σπιτιών που επέτρεπε την επικοινωνία μεταξύ τους, γ. (lias : υπήρχε στα παλιά σπίτια και πουρτόπλου*).
παραλάλʼμα (του) : α. το παραμιλητό, β. τα ασυνάρτητα λόγια, γ. η ακατάσχετη φλυαρία.
παραμαζώνου (ρ.) : α. κατσαδιάζω, β. μαλώνω, γ. σπρώχνω στήθος με στήθος κάποιον, δ. στριμώχνω, ε. παρασέρνω.
παραπαίρνου ; μαλώνω
παρασούμ(ι) (του) : το παρατσούκλι, β. το δεύτερο επίθετο, γ. το παρωνύμιο, δ. (σημ. lias : Στην Επανομή οι περισσότεροι δεν αποκαλούνται με το επίθετό τους αλλά «μι του παρασούμ τς» . Μάλιστα ελάχιστοι γνωρίζουν το αληθινό τους επίθετο και στα χαρτιά των κηδειών πολλές φορές αναφέρονται και τα δύο(!) για να καταλάβει ο κόσμος περί τίνος πρόκειται
παραπάνʼ (επίρ.) : α. πιο πάνω, β. πιο ψηλά, γ. περισσότερο σε ποσότητα, δ. παραπανίσιους (επίθ.) = 1. ο επί πλέον, 2. ο περισσευάμενος, 3. αυτός που δεν είναι απαραίτητος, 4. το πλεόνασμα.
παράς (ου) : α. τουρκικό νόμισμα μικρής αξίας, β. το νόμισμα της Βασιλόπιτας, γ. η μεγάλη περιουσία σε χρήμα, δ. Φράσεις : «τουν φσάει τουν παρά» = είναι πολύ πλούσιος, «μʼ έκαμιν ιέναν παρά» = με ξεφτίλισε, ε. παραλ΄ς (επίθ.) = ο πλούσιος (τονίζεται το λάμδα).
παρασόλʼ (του) : α. η ομπρέλα, β. το αλεξήλιο, γ. ( γαλλ. ….(parasoleille;) ιταλ. parasole,).
πανουστάφλα :  σταφύλια με ελάχιστες ρώγες που τις άφηναν στις κληματσίδες κατά τον τρύγο για να έχουν τροφή τα σπουργίτια οι μέλισσες, και οι κυνηγοί διότι ωρίμαζαν
παραστάδια (τα) : α. τα δύο πλαϊνά δοκάρια της πόρτας, β. (Σιαμπανόπουλος σ. 89, παραστάδες ήταν όρθιες πλάκες στο στόμιο του φούρνου), γ. Προέλευση : από το αρχαίο παραστάδες, πηγή : ΑΠΘ.
παρατουρζμένους (επίθ.) = ζαλισμένος με χαμένα τα νερά του (Παπασιώπης).
παραδάγκαλα (τα) : α. οι μαγουλάδες (τα γάγγλια), β. εξογκώματα στο λαιμό.
παραμαγούλες : παρωτίτιδα
παρδάλιαζμα (του) : α. η έναρξη ωρίμανσης των φρούτων και ιδίως των σταφυλιών, β. η αρχή του χρωματισμού των φρούτων, χωρίς να είναι έτοιμα για να κοπούν.
Παρμάκ(ι) : η ακτίνα των τροχών του κάρου
παραφκχιάνου :  υπερβάλλω
παρδαλός : πολύχρωμος
παρδαλή : πόρνη
παρέκια (επίρ.) : α. πιο κει, β. στην άκρη, γ. παρέκει, δ. παραπέρα.
παρτάλʼ (του) : α. το κουρέλι, το ράκος, β. το σχισμένο ύφασμα ή ρούχο, γ. η πατσαβούρα, δ. μετ. ο τελείως μεθυσμένος, ε. παρτάλας (επίθ.) = 1. ο κακοντυμένος, 2. ο κουρελιάρης, στ. παρταλόπλου (του) = 1. το φτωχόπαιδο, 2. το παιδάκι με κουρελιασμένα ρούχα.
παρτσακλός (επίθ.) : α. άτομο με περίεργη και άκομψη συμπεριφορά ή περπάτημα, β. ο ντυμένος περίεργα, γ. ο ακατάστατος, δ. ο περίεργος.
παρτσιάδʼ (του) : α. το ανθρώπινο μέλος του σώματος, β. το κομμάτι, γ. το κουρέλι, δ. Προέλευση : από το τουρκ. parca = μικρό κομμάτι, πηγή : ΑΠΘ.
πασαμάντʼ (του) : α. σιρίτι στη στολή στρατιωτικών, διπλωματών κτλ. β. (Α.Ρ.) διακοσμητικό χρυσοΰφαντο σιρίτι, γ. Προέλευση : από το γαλλ. passement = πολυτελές ύφασμα που μπαίνει σαν στολίδι, πηγή : ΑΠΘ.
πασβάντς (ου) : α. ο εργάτης του Δήμου που άναβε κι έσβηνε τα φώτα της πόλης, β. ο νυχτοφύλακας, γ. Προέλευση : από το σύνθ. πάει+σβήνει, δ. (lias : κατά τη διάρκεια της κατοχής η κοινότητα όριζε νυχτοφύλακες για να φυλάνε, τάχα, τα μαγαζιά ενώ έργο τους ήταν η διακίνηση των όπλων σε ειδικούς χώρους.
πασκίζου : προσπαθώ ,αγωνίζομαι
πασπάτιμα (του) : α. η εξέταση με την παλάμη, β. το ψαχούλεμα, γ. μετ. το ερωτικό χούφτωμα, δ. πασπατέβου (ρ.) = 1. αγγίζω και περιεργάζομαι, 2. χουφτώνω.
πασταλιάζου (ρ.) : δεματιάζω καπνόφυλλα.
παστό (του) : α. το ωμό χοιρινό λίπος απ΄ όπου παίρνουμε τη λίγδα*, β. παστά (τα) = 1. τα διατηρημένα σε αλάτι, 2. τα παστωμένα.
παστρέβου (ρ.) : α. καθαρίζω με μεγάλη επιμέλεια, β. μετ. ξιπαστρεύου = «καθαρίζω» κάποιον, τον σκοτώνω, γ. παστρικιά (η) = μετ. πρόστυχη γυναίκα, δ. παστράδα (η) = η καθαριότητα.
πατάγωμζα : τρομάρα
παταριά (η) : α. η δυνατή σφαλιάρα, β. παταρές (οι) = οι σφαλιάρες, οι μπάτσοι, γ. Προέλευση : (Παπασιώπης: ονοματοποιημένη λέξη Πάτ, Πάτ).
πατατούκα : παλτό
πατ – κιούτ (επίρ.) : α. στα γρήγορα, β. όπως νάναι.
πατίκια (τα) : α. τα τσόκαρα, β. πατίκʼ = βρισιά σε γυναίκα > τσόκαρο = γυναίκα κακής διαγωγής προερχόμενη από κατώτερα κοινωνικά στρώματα.
πατιρντί (του) : α. η αναστάτωση, β. η φασαρία, γ. μετ. η έντονη σεξουαλική συνεύρεση, δ. (Σιαμπανόπουλος, σελ. 112, «μικρό και μεγάλο πατιρντί» = ο πρώτος και ο δεύτερος ύπνος του μεταξοσκώληκα).
πατιρίτσα : μπαστούνι με υπομάσκαλο
πατλιά : πολύ μικρό οικόπεδο
πατόζα (η) : α. ο οδοστρωτήρας, η αλωνιστική μηχανή β. μετ. ο άνθρωπος που με τον όγκο του σε καθηλώνει, γ. πατόζας (ου)
πατούνα (η) : α. το πέλμα του ποδιού, β. η πατούσα της κάλτσας, γ. χοντρή και κοντή κάλτσα που φοριόταν πάνω από το παπούτσι για να αποφεύγεται το γλύστριμα στα χιόνια, δ. Προέλευση : από το πατώ, πηγή : ΑΠΘ.
πάτους (επίθ.) : α. ο τελευταίος, β. η βάση, ο πυθμένας του δοχείου (βαρελιού, πηγαδιού, φιάλης κτλ.) γ. μετ. ο γυναικείος πισινός, δ. το τέλος της σειράς, ε. πατώνου[/] (ρ.) = 1. φθάνω τελευταίος, 2. βάζω πάτωμα στο δωμάτιο, στ. τν πατώνου = χορταίνω.
πατσί : κεφάλι κυρίως του σφαγμένου γόυρουνιού τα χριστούγεννα ( περιπαικτικά βέβαια μπορει να ακούσει κανείς "..κάτσι καλά μι σι φέρου καμια στου πατσί ..)
πατσιά (η) : α. η πατημασιά, β. πατσιές (οι) = 1. βρωμιές λάσπης από πατημασιές, 2. τα ίχνη, γ. πατσιάς (ου) = η σούπα των ξενύχτηδων, (από χοιρινή κοιλιά, ποδαράκια ή μοσχαροκεφαλή).
πατσιουμύτς (επίθ.) : α. ο πλακουτσομύτης, δες και κουτσουμύτς*.
πατσιούρας (επίθ.) : το άτομο που κάνει βιαστικές και πρόχειρες δουλειές.
πατώ (ρ.) : α. πιέζω κάτι με τα πόδια μου, β. παρασύρω με το αυτοκίνητό μου κάποιον, γ. οικειοποιούμαι μέρος κτήματος κάποιου άλλου, δ. κάνω διάρρηξη, (φράση : «μας πάτσαν οι κλέφτδις» = 1. μας έκλεψαν, 2. αρραβωνιάσαμε ή παντρέψαμε την κόρη μας), ε. τς πατώ = έχω πολλά χρήματα, στ. Φράση : «πάτσα τα πινήντα» = μπήκα στα πενήντα μου χρόνια.
πάφιλας (ου) : α. η λαμαρίνα, β. νόμισμα χωρίς αξία, γ. μετ. άχρηστος άνθρωπος, δ. Προέλευση : από το ελνστ. παφλασμός (λόγω του θορύβου που κάνουν οι λαμαρίνες κατά την μεταφορά, πηγή : Π.Λ.Μπ.
πατώνου : βάφω με κοκκινόχωμα το πάτωμα του σπιτιού τον χειμώνα
παχνάτους (επίθ.) : ο ξεκούραστος, β. Φράση : «αχνάτους παχνάτους» = ο άνετος τύπος.
πέγκα (η) : α. η βούλα, β. το σημάδι, γ. το στίγμα, δ. πέγκαβους (επίθ.) = άνθρωπος με πολλές σημάδια στο σώμα (π.χ. ελιές, λευκή, σημάδια ανεμοβλογιάς κτλ.) ε. Προέλευση : από το βουλγ. pega = κηλίδα, πηγή : ΑΠΘ.
πέλλα (η) : α. μακρύ και ψιλό διακοσμητικό ξύλο, β. ξύλινο πηχάκι για τις γωνίες του ταβανιού.
πέρα – πέρα (επίρ.) : α. απʼ άκρου εις άκρη, β. Φράσεις : «έμνιασν του μπαμπά τʼ πέρα – πέρα» = είναι ολόιδιος ο πατέρας του, «κόψι μια φιλίτσα απʼ του πλαστό πέρα - πέρα» = κόψε μία μεγάλη φέτα του πλαστού απʼ άκρη σʼ άκρη.
πέργυρους : περίβολος
πέρπιλας ;  πεταλούδα
πιρπιλούδ(ι) : μικρές πεταλουδίτσες της νύχτας ( το επιπόλαιο άτομο )
πέριξ (επίρ.) : α. εκτός από…, β. (Παπασιώπης : παρά μόνο, ει μη μόνο), Προέλευση : από το αρχ. πάρεξ, πηγή : Π.Λ.Μπ.
πέρπιλας (ου) : α. η πεταλούδα, β. μετ. ο τρελός (με καλή έννοια), γ. Φράση : «έχʼ τρανόν πέρπιραν μι τʼ αυτά!» = ίνι μανιώδης με κάτι (χόμπι, διάβασμα κτλ.).
πέτσα (η) : α. η επιδερμίδα, β. η κρούστα (στο γάλα, το γιαούρτι κτλ.), γ. το τσόφλι του αυγού, δ. ο λεπτός φλοιός (δέντρου, κάστανου κτλ.), ε. η φλούδα (πορτοκαλιού, ροδάκινου, μήλου κτλ.), στ. Προέλευση : από το ιταλ. pezza = κομμάτι πανιού, πηγή : ΑΠΘ.
πέτνους : κόκορας
πέφτ(ι) : πέμπτη
πιγάδʼ : α. βαθύ και στενό όρυγμα στο βάθος του οποίου αναβλύζει νερό (για άρδευση ή πόση), β. βρύση απʼ όπου τρέχει νερό πηγής, γ. πηγαδούδ (του) = 1. μικρή πηγάδι. Προέλευση : από το αρχαίο πηγή, πηγή : ΑΠΘ., ε. (lias : Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι : άλλο είναι το πιγάδʼ, άλλο είναι η πηγή, άλλο είναι ο αρβανίτκους , άλλο είναι τα νιρά, άλλο είναι η βρύσʼ, άλλο είναι το μπνάρʼ*, και άλλο η κρήνη).
πιδαρε(ι0 : παιδάκι μικρό
πιδί (του) : α. το αγόρι, β. (σημ. lias : Ο Β. Τσακνάκης για το αγόρι σημειώνει άγουρος).
πιδικλώμα : μπέρδεμα
πιδουκλιά : τρικλοποδιά
πιζιβένγκς (επίθ.) : δες μπιζιβέγκς*.
πιζούλʼ (του) : α. χαμηλός και πλατύς τοίχος της εισόδου των σπιτιών που χρησιμοποιούνταν και για κάθισμα ή μπάγκος για την απόθεση βαριών αντικειμένων, (σημ. lias : εκεί καθόταν τα βράδια οι γυναίκες για το χωρατά*), β. το αντέρεισμα, γ. πιζούλια (τα) = λιθόκτιστα εδώλια δεξιά και αριστερά της εισόδου, (Παπασιώπης).
πιλιγκούρια (τα) : α. μετ. οι όρχεις, β. Φράση : «τα μας φάς τα πιλιγκούρια» = απάντηση για το ότι είναι αδύνατον να μας πειράξει κάποιος.
πιλιγόδους (ου) : α. χοντρή κουλούρα από τυλιγμένο πανί που το έβαζαν στο κεφάλι για να μεταφέρουν το σινί, την πινακωτή κτλ. στο φούρνο, β. (open20h)= το μαξιλαράκι που έβαζαν οι γυναίκες στο κεφάλι όταν πήγαιναν του σʼνί μι τʼν πίτα στου φούρνου, γ. Προέλευση : από το αρχ. πίλος = κάλυμμα κεφαλής, δ. (ο Παπασιώπης λέει ότι προέρχεται ίσως από το τυλιγόδους).
πιλικάνους (ου) : α. ο πελαργός, β. ο πελεκητής, ο μάστορας που πελεκάει πέτρες, γ. (σημ. lias : υπάρχει και χωριό στο Βόιο με την ονομασία αυτή γιατί οι καλύτεροι πελεκητές πέτρας προέρχονταν από κει).
πιλικούδγια (τα) : α. τα υπολείμματα από το πελέκισμα των ξύλων, οι σχίζες, β. τα προσανάμματα, γ. τα ροκανίδια, δ. Φράση : «τα καεί του πιλικούδʼ» = θα γίνει τρικούβερτο γλέντι, ε. Προέλευση : από το μσν. πέλεκυς = τσεκούρι, πηγή Π.Λ.Μπ.
πιλότα (η) : ξύλινο, βελούδινο μαξιλαράκι για να μπήγουν τις καρφίτσες οι ράφτες ή οι μοδίστρες.
πιλτές (ου) : α. είδος νερουλής μαρμελάδας που δεν μπορεί να πήξει λόγω των φρούτων που χρησιμοποιήθηκαν (κορόμηλα, δαμάσκηνα, κράνα κτλ.), β. η σάλτσα τομάτας, γ. Προέλευση : από το τουρκ. pelte, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 256, το αυτό ΑΠΘ.
πινακουτή (η) : ξύλινη κατασκευή με τέσσερις ή πέντε θέσεις για το φούσκωμα της ζύμης και την μεταφορά της από/και στο φούρνο.
πινεύου : επαινώ
πινιβρέκʼ (του) : α. δεύτερο βρακί που το φορούσαν πάνω από το πρώτο ιδίως το χειμώνα, β. το κάτω στενό μέρος του μάλλινου παραδοσιακού παντελονιού, γ. Προέλευση : από το σύνθ : πάνω+βρακί.
πινισιάρς : αυτός που υπερηφανεύεται
πιντάρα (η) : α. το μικρότερο κέρμα της δραχμής με τρύπα στο κέντρο, ίσο με πέντε λεπτά, β. ντραματζάνα χωρητικότητας πέντε οκάδων, γ. κάθε ποσότητα πέντε μονάδων (μνιά πιντάρα ζάχαρʼ, λάδʼ, αλεύρʼ, γκολ! κτλ.), δ. πιντάρια (τα) = παιδικό παιχνίδι με πέντε πετραδάκια ή πέντε νομίσματα.
πιπιλιά : στάχτη
πιράτ(ι) : σιδερένια ασφαλεια που κρατούσε από μέσα την εξώπορτα
πιρβάζ (του) : το πλαίσιο του παράθυρου που εξέχει προς τα έξω.
πιργουλιά (η) : α. η κληματαριά που απλώνεται σε πλέγμα δημιουργώντας σκέπαστρο, β. Προέλευση : από το ιταλ. pergola, πηγή : ΑΠΘ.
πιρδίκα (η) : α. η πέρδικα, β. μετ. η όμορφη δεσποινίδα, γ. πασχαλιάτικο αυγό διακοσμημένο με διάφορα σχέδια ή χρώματα, δ. πιρδίκʼ (του) = ο αναρρώσας, ε. Προέλευση : από το αρχ. περδίκιον<πέρδιξ, πηγή : ΑΠΘ.
πιδικλώνου (ρ.) : α. μπερδεύω τα πόδια μου και πέφτω, β. μετ. μπερδεύω κάποιον, τον παραπλανώ, γ. ανακατεύω (τα νήματα, τα λόγια μου κτλ.), δ. πουρδουκλιά (η) = 1. το εμπόδιο, 2. η τρικλοποδιά, ε. Φράση : «όλου πουρδουκλιές μι βάντς» = συνεχώς με εμποδίζεις, στ. δες πουρδουκλώνου* και μπουρδουκλώνου*, ζ. Προέλευση : από το αρχ. πεδικλώ, πηγή : ΑΠΘ.
πιλέκα : σκλίδα κυρίως ξύλου
πιριστιράς (ου) : α. ο χομπίστας με την εκτροφή και το πέταγμα των περιστεριών, β. το αρσενικό περιστέρι
πιρτσίνʼ (του) : α. κούφιο καρφί με πλατύ κεφάλι για τη σύνδεση μεταλλικών ή κυρίως αντικειμένων, (lias : αφού το κάρφωναν το χτυπούσαν και από την μεριά της μύτης και αυτό άνοιγε σαν μαργαρίτα, έτσι συνέδεαν διαφορετικά μέταλλα που δεν μπορούσαν να κολλήσουν με άλλο τρόπο). πισκέσʼ (του) : α. η επίσκεψη και προσφορά δώρων σε γιορτή ή στα γεννητούρια (ιδίως τρόφιμα και ποτά), β. (Νιάνια : τα δώρα που προσφέρονται για κάποιο σκοπό), γ. (lias : 1. τα δώρα για τον άρρωστο λέγονται αρρουσκά* και για το γάμο κανίσια*), δ. Προέλευση : από το τουρ. peskes, πηγή ΑΠΘ., ε. (lias : γιατί να μην προέρχεται από το επίσκεψις;).
πισκιώθκα : υποσχέθηκα
πισμάνεύω : μετανοώ
πισνέλα : χάμουρο για αλογα η γαϊδουρια
πισπιλιάζου : ρίχνω σκόνη ,χώμα ,αλευρι κτλ
πιτάρζμα (του) : α. το ελαφρύ φτερούγισμα, β. μετ. τα πρώτα βήματα στη ζωή, .
πιτιφρίγκους (ου) : α. ο πισινός, β. ο πρωκτός, γ. πιτιφρής (ου) = η κωλ****πίδα. πιτʼκούρου : α. το θηλυκό ωδικό πουλί ( που δεν κελαηδάει ), β. μετ. μουλωχτή γυναίκα, γ. άνθρωπος που συνέχεια μονολογεί.
πιτλίδα (η) : α. είδος μεγάλου λουκουμά που πασπαλίζεται με κανελοζάχαρη ή περιχύνεται με μέλι. πιτμέζʼ (του) : γλυκό και παχύρευστο υγρό (σαν μέλι), προϊόν του βρασμού του μούστου με κασταλαϊ*.
πιτνάρʼ και πέτνους (ου) : α. ο κόκορας, β. μετ. ο ευέξαπτος, ο ατίθασος νεαρός, γ. ειρωνικά. όποιος εκσπερματώνει γρήγορα.
 πίτσκαρ(ι) :  α. ο μικροκαμωμένος, β. ο πιτσιρικάς, . Προέλευση : από το τουρκ. pic = παραφυάδα, μπάσταρδο, πηγή: ΑΠΘ.
πιτσιάρζμα : στραβωμα
 πιτχιά (η) : α. επιτυχία, β. το καλό σημάδι, (φράση : «όι πιτχιά πʼ το καμις», = σε πέταγμα πέτρας). πιτώ (ρ.) : α. πετάω κάτι αχρείαστο, β. βάζω κάτι παράμερα, (φράση : «πέταξέ του σν άκρα» = βάλτο στην άκρη) γ. αποθηκεύω κάτι αχρείαστο, γ. πετώ τον χαρταετό, δ. συν. φουρλιάζου*, ε. ρίχνω καταγής, στ. (σημ. lias : ο Βασ. Φόρης έχει ολόκληρο κατεβατό για το πιτώ = πουλιμώ).
πλάβα : βάρκα χωρίς καρίνα
πλάδα : νεαρή κότα
πλαστό (του) : α. το καρβέλι, β. το χειροποίητο στρόγγυλο ψωμί, γ. μετ. το μπράτσο χοντρής γυναίκας, δ. πλάστς (ου) = το κυλινδρικό ραβδί για το πλάσιμο του φύλλου, ε. πλαστήρας και πλαστήρʼ (του) = κυκλική τάβλα ή τραπέζι όπου ζυμώνεται και πλάθεται το ζυμάρι, στ. πλαστάρας (επίθ.) = ο χονδρός, ζ. Προέλευση : από το αρχαίο πλάσσω, πηγή : Π.Λ.Μπ.
πλατάρʼ (του) : α. η φτερούγα, β. η ωμοπλάτη, γ. μετ. ο προστάτης (αυτός που προστατεύει τα νώτα). πλατίκα (η) : α. είδος ποταμίσιου ψαριού, β. (lias : αντίστοιχος του κέφαλου).
πλατσιάλτσμα και πλιατσάλτζμα (του) : α. το λέρωμα από κατά λάθος πάτημα σε λάσπες ή νερά, β. το πιτσίλισμα, γ. πλιάτς (του) = το τουλουμοτύρι.
πλέκου (ρ.) : α. πλέκω, β. μπλέκω με τέχνη νήματα, σχοινιά, καλάμια κτλ. για να κατασκευάσω καλάθι, πουλόβερ κά., γ. μετ. κολυμπώ, πλέω σε κάτι (φράσεις «τα ρούχα τʼ πλέκν΄ ουπανουθότʼ» = είναι μεγαλύτερου μεγέθους από το κανονικό, «του σάμαλι πλέκʼ στου σιρόπʼ» = το γλύκισμα επιπλέει στο πολύ σιρόπι κτλ.), δ. πλέχτρα (η) = δέσμη από κρεμμύδια η σκόρδα για αποθήκευση, ε. Προέλευση : από το αρχ. πλοκή>πλέξις, πηγή : Π.Λ.Μπ.
πλί (του) : α. ο νεοσσός, γ. η πούλια ή ο πεσσός στο τάβλι, τη ντάμα, το σκάκι, το ντόμινο κτλ., γ. δε και πούλʼ*.
Πλάλους : το τρέξιμο
Πλαλώ :τρέχω
πλημάτ(ι) : θθνίο ,δύχτι σταθερό μέσα στη θάλασσα
πλιά :πια ( ...ούμπας πλια =αμάν πια...
πλί : πουλί φτερωτό η πουλι το ανδρικό μόριο
πλιάτσκου : λεηλασία
πλιακατώ : πλατσουρίζω (πλιακατίκας =ανακατοσούρας )
πλιβρίτουμα (του) : α. βρέχομαι στα πλευρά μου, β. πλιβριτώθκα (ρ.) = 1. καταβρέχτηκα, 2. αρρώστησα, κρυολόγησα.
πλιέχουρα : ευρύχωρα
πλόχιρου (τʼ) : α. ποσότητα που μπορεί να χωρέσει σε δύο ενωμένες χούφτες, β. η ανοιχτή παλάμη.
πνάκʼ (του) : α. πήλινο ή ξύλινο πιάτο, β. κατασκευή τριών ή τεσσάρων πιάτων με κρίκους για την ασφαλή μεταφορά του φαγητού στο μαγαζί (σημ. lias : η βάση του ενός ήταν συγχρόνως το καπάκι του προηγουμένου και έτσι στο κάτω έμπαινε η φασουλάδα, στο πιο πάνω τα ξινάδγια*, στο παραπάνω το ψωμί κοκ. διότι παλαιότερα δεν έκλειναν τα μαγαζιά το μεσημέρι και οι άνδρες αναγκάζονταν να τρώνε πρόχειρα στο μαγαζί.  Προέλευση : από το αρχαίο πινάκιον<πίναξ, πηγή : ΑΠΘ.
πότζμα (του) : α. το πότισμα, β. η μετάδοση ενός λεκέ από ένα ρούχο σε άλλο με την επαφή.
πουδάρʼ (του) : α. το πόδι, β. Προέλευση : από το αρχαίο ποδάριον<πούς, πηγή : ΑΠΘ.
πουδαρίζουμι (ρ.) : α. χτυπώ τα πόδια μου κατά γης (ζητώντας κάτι), β. πουδάρζμα (του) = η πράξη αλλά και ο ήχος των ποδιών που χτυπούν στο πάτωμα, γ. πουδαράτα (επίρ.) = στο πόδι.
πουδένουμι (ρ.) : α. φορώ τα παπούτσια μου, β. Προέλευση : από το αρχαίο υποδέω, πηγή : ΑΠΘ.
πουδουνάρʼ (του) : α. το ρεβέρ του παντελονιού, β. το μπατζάκι, γ. μεταφ. το παιδάκι που κρατιέται από τα ρούχα των γονέων του, δ. ειρων. άβουλος άνθρωπος που ζητάει υποστήριξη, ε. Προέλευση : από το αρχ. ποδεών,
πουδουπάν(ι) :πανί που τύλιγαν τα πόδια τους
πούλʼ (του) : α. το πιόνι του σκακιού, στο τάβλι, τη ντάμα κτλ. β. το γραμματόσημο, γ. μετ. άνθρωπος με άσχημο όνομα ή ποιόν, (φράση : «ξέρς τι πούλʼ είνι αφτός ;» = για τον παλιάνθρωπο), δ. Προέλευση : από το τουρκ. pul, πηγή : ΑΠΘ.
πλάδα (η) : α. η πουλάδα, β. η μικρούλα, η δεσποινιδούλα.
πουλιμώ (ρ.) : α. παίρνω μέρος στον πόλεμο, β. πετώ κάτι στα σκουπίδια (Β. Φόρης), γ. πετώ κάτι άχρηστο, δ. προσπαθώ έντονα να πετύχω κάτι, ε. πασχίζω, στ. Φράση : «πουλιμώ να τουν κάμου ζάφκʼ» = προσπαθώ να τον πιάσω.
πουλίτσα (η) : α. ράφι στους τοίχους της κουζίνας κυρίως για την τοποθέτηση των κουζινικών, β. (Νιάνια) το ράφι γύρω, τριγύρω στους νοντάδες, γ. ειρων. το ράφι για τις μεγαλοκοπέλες.
πουρδαλάς (ου) : α. άνθρωπος που πορδίζει συνεχώς, β. ειρων. ο φοβιτσιάρης, γ. το μοτοσακό, η μοτοσικλέτα.
πουρδή (η) : α. η κλανιά, β. μετ. η μικρή ποσότητα γ. ειρ. ο πολύ κοντός άνθρωπος, δ. πουρδαλίκʼ = η παρατεταμένη κλανιά, ε. Φράση : «πιτάθκιν σαν πουρδή» = η παρέμβαση κάποιου τρίτου σε συζήτηση.
πουρλίθρα : οστρακο ,γυαλιστερή
πουρδουβότανου (του) : α. το βρομόχορτο (το φυτό νιγέλλη), β. Φράση : «τιάφʼ κι πουρδουβότανου» = βλακώδης ενέργεια (διότι είναι ανόητο να θειαφίσουμε το βρομόχορτο αφού ούτε τα πρόβατα το τρώνε.
Πούστκου: πρόστυχο
Πουτσνάρ(ι) εξώνγκωμα ,προεξοχή
πυδουκλιά (η) : α. η τρικλοποδιά, β. πυδυκλώνουμι (ρ.) = μπερδεύω τα βήματά μου και πέφτω, σκοντάφτω, γ. πυδυκλώνου (ρ) = 1. μπερδεύω κάποιον, 2. "τυλίγω" κάποιον, δ. Προέλευση : από το αρχ. πεδικλώ, πηγή : ΑΠΘ., ε. δες και μπουρδουκλώνου*, πιρδικλώνου*.
πουρέβου (ρ.) : α. τα φέρνω βόλτα, β. τα καταφέρνω, γ. βολεύομαι για κάποιο χρονικό διάστημα, δ. Προέλευση : από το [u]πορείαv, (μόνο που εδώ έχει έννοια χρονική και όχι τοπική).
πουρεύου (ρ.) : α. περνώ (φράση : «πόριψι μέσα» πρόσκληση), β. εξοικονομώ, γ. Προέλευση από το βυζ. [u]πόρος[u] = ρηχή διάβαση ποταμού, πηγή : Π.Λ.Μπ.
πουρτέλου (του) : . η πίσω πόρτα του κάρου
πούστρα (η) : α. ο κίναιδος, β. θηλ. η γυναίκα που αρέσκεται να συνουσιάζεται από τον πρωκτό, γ. μετ. ο άτιμος, ο διαβολέα, ο μουλουχτός*.
πούτσους (ου) : α. το πέος, β. πουτσαράς (ου) = 1. ο άντρας με μεγάλο πέος, β. μετ. ο άντρας με αποφασιστικότητα, ο δυναμικός, ο στιβαρός, γ. τα πουτσίζου (ρ.) = 1. τα σκατώνω, 2. αποτυγχάνω.
πουτσούλας (ου) : α. ο δυνατός, β. ο τολμηρός, γ. ο άνθρωπος με τσαγανό, δ. ο σφριγηλός, ε. ο άνθρωπος με μεγάλο πέος.
πουχός και μπουχός (ου) : α. ο κουρνιαχτός, β. πνιγηρή ατμόσφαιρα από υδρατμούς σε κλειστό χώρο, γ. Προέλευση : από το σλαβ. puh, πηγή : ΑΠΘ.
πράμα (του) : α. το άλογο, β. το εξαιρετικό είδος, γ. το εκλεκτό εμπόρευμα, δ. μετ. τα γεννητικά όργανα, ε. το αντικείμενο.
πράμα : ζώον ( ...τι μι χταιζ΄ σα πράμα..)
πραματιφτίς (ου) : α. ο πλανόδιος έμπορος, β. ο γυρολόγος, γ. πραμάτχια (η) = το εμπόρευμα.
πρασνίκας (επίθ.) : α. ο αρρωστιάρης, β. ο εξασθενημένος, γ. ο χολεριασμένος, δ. (Νιάνια : «πρασνίκου» = η γυναίκα που στάζει χολή. Πράσινη), ε. (Μαλούτας : ο μνησίκακος άνθρωπος).
πρατσαλνώ και παρτσαλνώ (ρ.) : α. ραντίζω, β. ρίχνω νερό με τα δάχτυλά μου, γ. πιτσιλώ, δ. πρατσάλτσμα (του) = το πιτσίλισμα, το μπουγέλωμα, παρτσαλνιούντι (ρ.) = πιτσιλίζονται (Παπασιώπης).
πρέκνις (οι) : α. οι φακίδες, β. τα στίγματα του προσώπου, γ. πρέκναβους (επίθ.) = 1. ο φακιδομύτης, 2. ο στικτός, δ. Προέλευση : από το αρχαίο περκνός = μελανόστικτος, πηγή : Π.Λ.Μπ. ε. (Ντίνας : από το κουτσοβλάχικο prιknă).
πρησκάρια : πρηξίματα (παρωτιτιδα )
προυζύμ(ι) : μαγια για το ζύμωμα
προυμθέυου : συμβουλεύω
προυσκέφαλου (του) : α. το μαξιλάρι, β. κάθε τι που χρησιμοποιείται για στήριγμα του κεφαλιού όταν ξαπλώνουμε (το διπλωμένο σακάκι, η πετσέτα, κάποιο δέμα κτλ.), γ. μεγάλο στενόμακρο ρολό παραγεμισμένο με βαμβάκι ή και άχυρα ακόμη και τοποθετούνταν στα μιντιρλίκια* σαν μαξιλάρι.
προυσκινίματα (τα) : α. εκδήλωση σεβασμού, β. Φράση : «χιριτίματα κι προυσκινίματα».
προυσλούκʼ (του) : α. αντρικό γιλέκο με τσέπες, β. γυναικείος κορσές.
προυσφάι (του) : α. πρόχειρη και μικρή ποσότητα φαγώσιμου που τρώγεται πριν το μεσημεριανό φαγητό, β. το κολατσιό, γ. (Νιάνια : «προυσφάια» = μικρές ποσότητες. Τεμάχια φαγητού ή ψωμιού).
προυσφόλου (του) : α. το πρώτο αυγό που γεννά και επωάζει η κότα (lias : το άφηναν για να ξεγελιέται η κότα και να γεννάει πάντοτε στο ίδιο μέρος, πολλές φορές μπορεί να ήταν στούμπος, ρόζος ή κάτι άλλο που έμοιαζε με αυγό), β. ξύλινη κατασκευή που χρησιμοποιείται για το μαντάρισμα των καλτσών και μοιάζει με αυγό, γ. μετ. ο δημοφιλής, το επίκεντρο μίας συνάντησης.
προυτουφανίσιου : πρώιμο
πστράφʼ (του) : α. το δυνατό σφαλιάρωμα, β. ο ξυλοδαρμός.
πστρόφια (τα) : η επίσκεψη της νύφης στο πατρικό της την πρώτη Πέμπτη μετά το γάμο όπου και διανυκτέρευε με το γαμπρό.
πτάνα (η) : α. η πόρνη, β. πτανιά (η) = βρώμικη ενέργεια σε βάρος κάποιου, .
πταναργιό (του) = 1. το μπουρδέλο, 2. μετ. κλίκα ανθρώπων με βρώμικους σκοπούς.
πτχιά (η) : α. η μαγιά για την παρασκευή του τυριού, β. ένζυμο του στομαχιού της κατσίκας ή του αρνιού που χρησιμοποιείται στην πήξη του τυριού, γ. το γαστρικό υγρό, δ. το αποξεραμένο γάλα από το στομάχι της βυζανιάρικης γίδας ή αρνιού, (Σιαμπανόπουλος, σελ. 229), ε. (lias : με τον τρόπο αυτό γινόταν πιο πικάντικο, πιπεράτο).
πυρουστιά (η) : τρίγωνος μεταλλικός τρίποδας που τοποθετείται πάνω από τη φωτιά για να σταθεροποιούνται τα καζάνια για το μαγείρεμα.
πυτιάζου (ρ.) : βάζω μαγιά (πυτιά) στο γάλα για να το κάνω τυρί, γιαούρτι κτλ.
πχί (του) : α. το ποτό, β. η ποσότητα ποτού που πίνουμε, γ. Φράση : «όι πχί ιψές!».
πχιάσιμου (του) : α. το λουμπάγκο, β. η σύλληψη κάποιου, γ. το δράξιμο με τα χέρια, δ. η πετυχημένη μεταφύτευση λουλουδιών ή δενδρυλλίων, ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου