Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Κ

καβάκʼ (του) : η λεύκα.
καβουρμάς (ου) : α. παρασκεύασμα χοιρινού κρέατος, β. καβουρντισμένο χοιρινό κρέας που διατηρείται σε τσουκάλι και είναι σκεπασμένο με λίπος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kavurma, πηγή : ΑΠΘ.
καβαδούρα : αμάνικό ρούχο
καγκανένας (αντων.) : α. κανένας, β. ουδείς, γ. (Παπασιώπης : μόνο επί αρνήσεως).
καγκαμνιάφουρας (επίρ.) : ποτέ των ποτών, β. με καμιά κυβέρνηση, γ. καμιά φορά.
καγκέλʼ : α. (ΑΡ « αμά αυτοί νιέ σκόρδου ιέφαγαν νιέ σκουρδές βρουμούσαν, δεν σταματούσαν τα καγκέλια.»). (τα καμώματα ; ) (lias : αυτή τη λέξη δεν μπόρεσα να μου εξηγηθεί από κανένα).
καγκιλουτό (του) : α. εργόχειρο με δαντελωτή μπορντούρα, β. συνών. τσιγκιλουτό*.
καδίσιου (του) : α. τυρί φέτα βαρελίσια, (όχι τελεμές = τυρί σε λαμαρινένιο δοχείο), β. καδί (του) = 1. το ανοιχτό ξύλινο, μακρόστενο και όρθιο δοχείο που σκεπάζεται με κινητό καπάκι, 2. (σημ. lias : εκεί χτυπούσαν το γάλα για να βγει το βούτυρο αλλά και υπήρχε και παρόμοιο δοχείο με κάνουλα στο κάτω μέρος όπυ έβαζαν τα λάχανα για την αρμιά), γ. Προέλευση : από το κάδος.
καζαναργιό (του) : α. ο χώρος που είναι στημένο το καζάνι του τσίπουρου, β. (σημ. lias : παλιότερα, που δεν υπήρχαν τα πλυντήρια οι νοικοκυρές χρησιμοποιούσαν τον χώρο αυτό για το πλύσιμο της μπουγάδας επειδή εκεί μπορούσαν να ζεστάνουν άφθονο νερό μέσα στα καζάνια).
καζάντζμα (του) : α. η απόκτηση πλούτου, β. καζαντίζου (ρ.) = πλουτίζω, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kazandim<από το περσ. kazanmak, πηγή : ΑΠΘ.
καζίκʼ (του) : α. το παλούκι, β. η απροσδόκητη κακοτυχία, γ. η αποτυχία, δ. το κάζο, ε. τν καζικώνου (ρ.)= 1. την κοπανάω, 2. αποφεύγω κάτι, στ. Φράση : «έπαθα ιένα καζίκʼ!» = έπαθα μία ζημιά! ζ. Προέλευση : από το τουρκ. kazik = παλούκι, πηγή : ΑΠΘ.
καθαρνώ (ρ.) : α. απαλλάσσω από βρωμιές, β. ξεφλουδίζω, γ. ξεδιαλέγω από τα άχρηστα τα καλλίτερα (π.χ. κρεμμύδια, πατάτες), δ. μετ. δολοφονώ.
καϊκιώνου (ρ.) : α. ανταλλάσσω βρισιές, β. γίνομαι κακός, γ. κρατώ κακία, δ. κρατώ μούτρα, ε. θυμώνω,
κακάδ(ι) : ξεραμένο έκκριμα της μύτης
κακαβούλ(ι) : μικρή χύτρα ( εξ ου και Κακαβούλης)
κακανέλια (τα) : α. τα ζαχαρωτά, β. οι ξηροί καρποί, γ. τα μπισκοτάκια, δ. οι καραμέλες, ε. (σημ. lias : γενικά τα τραγανιστά φαγώσιμα που προκαλούν θόρυβο όταν τρώγονται), στ. μετ. τα ηχηρά γέλια. κακαράτζια (οι) : α. οι ξεραμένες λάσπες ή βρωμιές στα ρούχα, β. μικρά κόπρανα ζώου (των προβάτων και των γιδιών).
κακάρουμα (του) : α. ο ξαφνικός θάνατος, β. κακαρώνου (ρ.) = υπερβολικός φόβος, γ. Φράση : «τα κακάρουσιν» = πέθανε.
Κακανίζουμι : γελώ δυνατά
καλά (τα) : α. τα γιορτιάτικα ρούχα, β. οι προκομμένες πράξεις.
καλαμίδʼ (του) : α. το κόκαλο της κνήμης, β. μετ. ψηλός και αδύνατος άνθρωπος, γ. μακρύ καλάμι. καλαμπαλίκʼ (του) : α. συγκέντρωση μεγάλου πλήθους ανθρώπων, β. οχλαγωγία, γ. σωρός αχρείαστων αντικειμένων, δ. συρφετός, ε. Προέλευση : από το τουρκ. kalabalik, πηγή : ΑΠΘ. κουλαούσους (ου) : α. ο επικεφαλής της, β. ο οδηγός, γ. καλαούης = 1. ο κολαούζος, 2. υποζύγιο που πήγαινε μπροστά και οδηγούσε τα άλλα (Χ.Χ.).
καλαφάτζμα : α. το πάκτωμα, το γέμισμα των κενών των αρμών με ξένη ύλη (βαμβάκι, στόκο κτλ.), β. η στεγανοποίηση ξύλινων κατασκευών (βαρέλι, καδί, βάρκα, κτλ.), γ. μετ. η ερωτική πράξη. καλέμʼ : α. η σμίλη (μυτερό σιδερένιο εργαλείο για τον μαρμαρά ή και τον ξυλουργό), β. μονάδα μέτρησης επιφάνειας (φράση : «Τʼν έταξιν πέντι καλέμια χουράφʼ κι δγιό φτιά»), γ. Προέλευση : από το αρχαίο κάλαμος, πηγή : ΑΠΘ.
καλίγουμα : α. το πετάλωμα των ζώων, β. μετ. η ερωτική πράξη, γ. καλιγώνου (ρ.) = α. πεταλώνω, 2. μεταφ. γ**ώ, δ. Προέλευση : από το ελνστ. καλλίγη = παπούτσι, πηγή : ΑΠΘ # Δημητράκος. καλίνγκα (η). το ρόδι, β. καλινγκιά (η) = η ροδιά.
καλκαμπάκ(ι) : κολοκύθα αρκετά μεγάλη ,κύρίως για παρασκευή κολοκυθόπιτας
καλούδγια (τα) : α. τα ευπρόσδεκτα δώρα (γλυκά, παιχνιδάκια κτλ. που προκαλούν χαρά, ιδίως στα παιδιά), β. τα αγαθά του σπιτιού, γ. Φράση : «ιέχουμι ένα σωρό καλούδια!» =δεν μας λείπει τίποτε. Καλουπίχιρου : καλοφτιαγμένο καλπάκʼ (του) : α. γυναικείο κάλυμμα του κεφαλιού, β. καπέλο χωρίς γύρο από τσόχα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kalpac, πηγή : ΑΠΘ.
καλτσιούνια (τα) : (πάντα στον πληθ. γιατί ήτανε ζευγάρι) : α. οι μάλλινες πλεχτές και χοντρές κάλτσες ως τον αστράγαλο, για χρήση εντός του σπιτιού, β. Προέλευση : από το ιταλ. calza, πηγή : ΑΠΘ.
κάλφας (ου) : α. ο αρχιμάστορας (σε οικοδομή), β. ο τεχνίτης (για ράφτη ή παπουτσή).
κάμα (του) : α. η ζέστη, β. Προέλευση : από το αρχ. καύμα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
καμάρουμα (του) : α. η περηφάνια, β. η εκδήλωση ικανοποίησης για κάτι προσωπικό, το καμάρι, γ. μετ. ο θάνατος, (φράσεις : «τς καμάρουσι», «καμάρουσι τς μασκαράδις» = πέθανε, (σημ. lias : από την εντύπωση που δίνει ο νεκρός πως κοιτάει τις άκρες των παπουτσιών του).
καμλιάφ(ι) : το κλιμαύχι του παππα
καμπόσους (αντων.) :α. αρκετός, β. μπόλικος.
καμπάθκους (επίθ.) : α. ο ακατέργαστος, β. μετ. ο κεκές, ο τσιβδός, γ. ο χοντροκομμένος , δ. ο παράφωνος, ε. καμπάθκου (του) = πυκνοϋφασμένο, χοντρό ρούχο.
καμπαρντίζου (ρ.) : α. καμαρώνω, β. περιαυτολογώ, γ. περηφανεύομαι.
Καμπάριμ : Ας γίνει Προέλευση : από το τουρκ. bari, barim, πηγή : ΑΠΘ.
καμπούλ(ι) : υποχώρηση , παραδοχή
κάμσκου : κάμνω
κανακιέυου (ρ.) : α. χαϊδεύω, β. φροντίζω υπερβολικά (ιδίως μικρό παιδί ή γέροντα), γ. κάμω όλα τα χατίρια σε κάποιον.
κανάτʼ (του) : η πήλινη κανάτα, β. Προέλευση : από το λατιν. cannata, πηγή : ΑΠΘ.
κανάτʼ (του) : α. το συμπαγές φύλλο του παράθυρου ή της δίφυλλης πόρτας χωρίς γρίλιες, β. τα πλαϊνά παράπετα του κάρου που άνοιγαν στα πλάγια για να είναι η καρότσα πιο ευρύχωρη, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kanat, πηγή : ΑΠΘ. κανέστρα (η) : α. το πανέρι, β. πλατύ και ρηχό καλάθι χωρίς λαβές, γ. Προέλευση : από το αρχαίο κάνιστρον, πηγή: ΑΠΘ.
κανένας (αντων.) : α κανένας. β καγκανένας( υπερθετικός βαθμός του κανένας)
κανέλα : 1 κάνουλα ,2 στρόφιγγα
κανίσʼ : (του) α. το δώρο που προσφέρεται σε μικρό πανέρι, σκεπασμένο με κεντητό ύφασμα σε επίσημες περιστάσεις (γάμους, βαπτίσια, αρραβώνες κτλ.), ήταν συνήθως είδη χρήσιμα για το νέο νοικοκυριό ή είδη ρουχισμού (σημ. lias : αν τα δώρα ήταν εδώδιμα – γλυκά, ποτά, μεζέδες κλπ – λέγονταν πεσκέσια* και προσφέρονταν στις γιορτές κυρίως, αλλά και τα γεννητούρια), β. κανίσια (τα) = τα δώρα που κάνουν στον αραβώνα κάποιου ζευγαριού, γ. Προέλευση : από το αρχ. κανίσκιον = καλαμένιο καλαθάκι, πηγή : ΑΠΘ.
κανουνάρχισμα (του) : α. η συμβουλή, β. το δασκάλεμα, γ. το ψάλσιμο κάποιου προς υποβοήθηση του κυρίως ψάλτη, δ. (σημ. lias : εκκλησιαστικά = οδηγία ή υποβολή του ιερέα προς τον ψάλτη για τον τόνο ή/και τη σειρά της Ακολουθίας).
 κανουνκό : το δικαίωμα κάνουρα : είδος νήματος για ύφανση
κάνουρα : κλώστή για ύφανση κυρίως
 καντάρʼ (του) : α. είδος ζυγού χωρίς τάσι αλλά με τρεις γάντζους και με αντίβαρο σιδερένιο βαρίδι, β. μέτρο βάρους ίσο με 44 οκάδες (σημ. lias : 58 κιλά περίπου), γ. κανταρόξυλου (του) = το ξύλο όπου κρεμούσαν το καντάρι για το ζύγισμα, δ. Προέλευση : από το αρχαίο κεντηνάριον, λατιν. centenarium = εκατό ουγγιές, πηγή : ΑΠΘ ).
καντίζου : 1.καταφέρνω 2.χορταίνω
καντίλα (η) : α. το καντήλι, β. ίχνος λαδιού στη σούπα, γ. το πετυχημένο πέταγμα του χαρταετού (όταν μένει ακίνητος στον ουρανό), γ. το μεγάλο καντήλι των εκκλησιών.
καντίπουτα και κάνκαντίπουτα (αντων.) : τίποτε απολύτως. καπαμάς (ου) : είδος φαγητού με κρέας αρνιού και σάλτσα.
καπάκ(ι) : γάστρα .Το σιδερένιο καπάκι που έμπαινε πάνω από το ταψι που περιείχε το φαγητό.
( Εφκιασα ένα φαι στου καπάκ(ι) που δε λιέιτι)
καπσαλιάς : α. ο κακόμοιρος,
καρά (επίθ.) : α. τα μαύρα αλλά και τα άσχημα, β. καράς (ου) = 1. το μαύρο άλογο, 2. μετ. το τραίνο που λειτουργεί με κάρβουνα, γ. καρά (η) = η καρυδιά,
καραβουλιάζου : παραμονεύω ,παρατηρώ ( Από το καραούλι)
καραγάτσʼ (του) : α. η φτελιά, β. το ξύλο της φτελιάς που είναι εξαιρετικά σκληρό.
καραδόντας (επίθ. ) : άνθρωπος με άσχημα ή στραβά δόντια.
καρακαϊπκιώνιου (ρ.) : α. κρύβω πολύ καλά, β. παραχώνω.
καρακόλʼ (του) : α. ο αστυνομικός, β. η αστυνομική περιπολία, γ. η σκοπιά, δ. το αστυνομικό φυλάκιο, ε. Προέλευση : από το βενετ. caraguol, πηγή : ΑΠΘ.
καρακουσʼκά (τα) : α. τα ακατανόητα, β. τα ακαταλαβίστικα λόγια, γ. φράσεις που λέγονταν επίτηδες αλλοιωμένα για να μην καταλαβαίνονται από τρίτα πρόσωπα, δ. (σημ. lias : στην παλιά Επανομή κάθε ομάδα [γειτονιά, παρέα κτλ.] είχε το δικό της συνθηματικό τρόπο για να συνεννοείται. ΄Ισως γι αυτό υπάρχουν και πολλές λέξεις στο ιδίωμα που δυσκολεύουν την κατανόησή του), ε. Προέλευση : από το σύνθ. καρά+ακουστικά.
καρακούσ"  : εξόγκωμα
καραμπάσκου (του) : α. το μαύρο αρνί, β. Προέλευση : από το τουρ. karabas. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. καραμπέρας (επίθ.) : α. ο ηλικιωμένος, β. ο γκριζομάλλης, γ. καραμπέρκου (του) = ράτσα περιστεριών.
καραμπουιά (η) : α. μαύρη μπογιά, β. η σκούρα μπογιά γενικώς, γ. μετ. ο μελαψός ή ό έχων κατάμαυρα μαλλιά.
καραμπουρνάτου (του) : α. η σόδα του φαγητού, β. Προέλευση : από το γαλλ. carbonate, το ιταλ. carbonato. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 254, γ. (Παπασιώπης : ανθρακικόν άλας).
καραμπουρτσιάκʼ (του) : α. ο βίκος, β. χόρτο για ζωοτροφή, η ρόβι, γ. η αλεσμένη ζωοτροφή
καραντάρα (η) : α. μεγάλο χάλκινο και βαρύ αντικείμενο (με ιδιαίτερο ήχο), β. μικρής αξίας αλλά μεγάλου μεγέθους νόμισμα, γ. μεταφ. άχρηστο αντικείμενο.
καρίκ(ι) :σειρά στο χωράφι
καριουφύλʼ : α. το μπαχαρικό γαρύφαλλο, β. είδος εμπροσθογεμούς τουφεκιού με μακριά κάνη που εκπυρσοκροτούσε με φυτίλι.
καρκάλʼ (του) : α. το δυνατό γέλιο, β. καρκαλιούμι (ρ.) = γελώ δυνατά, γ. καρκάλας (επίθ.) = αυτός που γελάει δυνατά.
καρκάτζαλους : καλικάντζαρος
καρμίρς (επίθ.) : α. ο μίζερος, β. ο φιλάργυρος, γ. ο τσιγκούνης, δ. ο κακομοίρης.
καρότσα (η) : α. φανάρι με σήτα για τη φύλαξη των τροφίμων, β. τετράτροχο είδος κάρου που το έσερνε άλογο για τη μεταφορά φορτίων.
κάρου (του) : α. το κάρο, β. το αυτοκίνητο όπως το αποκαλούσαν οι Ελληνοαμερικανοί, γ. υβρ. η παλιογύναικα.
καρούλʼ (του) : α. η τροχαλία, β. κύλινδρος για το τύλιγμα του σχοινιού ή του σύρματος, γ. το πηνίο, δ. ο μακαράς*, ε. καρούλια (τα)(ειρων.) = τα πεταχτά αυτιά.στ. είδος νήματος
καρούτα και καρούτʼ (η) : το πατητήρι των σταφυλιών (σημ. lias : ήταν σχήματος μισού οριζόντιου βαρελιού, σανιδωμένο στον πάτο για να εξέρχεται ο μούστος).
καρουτουστάσʼ (του) : ο χώρος όπου τοποθετούσαν την καρούτα* και πατούσαν τα σταφύλια στον τρύγο (συνήθως υπαίθριος), αλλά και ο υπόγειος χώρος της αποθήκευσης των αντικειμένων του τρύγου (καρούτα, γαλίκια κτλ.).
καρουφύλʼ (του) : το μπαχαρικό γαρύφαλλο β.το λούλούδι γαρύφαλο .
καρόφυλλου (του) : το φύλλο της καρυδιάς αλλά και οι φλούδες του καρυδιού που χρησιμοποιούνταν ως χρωστική ουσία.
καρπιρός (επίθ.) : α. ο γόνιμος αγρός, β. ο πολύτεκνος.
καρπουλόι (του) : α. το δικράνι, β. γεωργικό εργαλείο (μοιάζει με μεγάλο πιρούνι με δύο ή τρεις αιχμές) για τη διαλογή του σταριού κατά το αλώνισμα, γ. Προέλευση : από το συνθ. καρπός+συλλογή. καρσί (επίρ) : α. απέναντι, β. Προέλευση : από το τουρκ. karci, πηγή : ΑΠΘ.
καρσιλαντώ : σημαδεύω
καρτιρώ : (ρ.) : α. περιμένω, β. παραφυλάγω, γ. υπομένω, δ. Προέλευση : από το αρχαίο καρτερία = υπομονή, πηγή : ΑΠΘ.
Καρσιλάντω : σημαδεύω και πετυχίνω ένα στόχο
κασίδʼ (του) : α. το κράνος (Δημητρ.), το κρανίο, β. [b]κασίδα[/] (η) = τριχοφάγος>αλωπεκίαση, γ. κασιδιάρς (επίθ.) = 1. ο ψωριάρης, 2. ο ψωροπερήφανος δ. Προέλευση: από το βυζ. κασσίδιον, πηγή : ΑΠΘ.
κασκαρίκα : α. η στημένη πλάκα, β. ο αστεϊσμός, γ. η φάρσα, δ. το φιάσκο, ε. το πάθημα, στ. απερισκεψία.
κασκό : α. γερό, β. αθάνατο, γ. εύρωστο.
κασκέτου : καπέλο ,κυρίως η τραγιάσκα
κασιλάκʼ (του) : μικρό στολισμένο ξύλινο κουτί για την φύλαξη των κοσμημάτων, (σημ. lias : το αστόλιστο χρησίμευε για το συμμάζεμα των ειδών ραπτικής (καρούλια, βελόνες, κλωστές κτλ.).
κασνάκʼ (του) α. το τελάρο της σήτας κοσκινίσματος, β. η φόρμα για την παρασκευή κασεριού ή άλλων στρόγγυλων τυριών (κεφαλοτύρι, γραβιέρα κτλ.), γ. Προέλευση : από το τουρ. kasnak, πηγή : X.X.
κασταλαή (η) : α. σταχτόνερο, β. τα καθαρά υπολείμματα στάχτης από ξύλα, γ. η αλισίβα, δ. (Ηλ.Ν.Π.: Χρησιμοποιούνταν ως καθαριστικό για το γυάλισμα των χάλκινων, αλλά και ως συστατικό για την παρασκευή γλυκισμάτων (σαλιάργια, μουσταλευριά κτλ.), ε. Προέλευση : από το κατασταλάζω, πηγή : Π.Λ.Μπ.
καταρουή (η) : α. το συνάχι, β. η συνεχής βροχή, γ. δες και κατούργιασμα*.
κατασάρκʼ (του) : α. το κασκορσέ, β. η φανέλα (το εσώρουχο).
κατέβασʼ (η) : α. τα ορμητικά απόνερα της βροχής, β. συνών. ου απόιρας*, γ. το αυλάκι που δημιουργείται από τα νερά της βροχής, δ. κατιβασιά (η) = 1. το συνάχι, 2. το λούκι που έρχεται από τα κεραμίδια στη γη, 3. η θυελλώδης εφόρμηση του κυνηγού στο ποδόσφαιρο.
κάτʼ - καλά (φρ.) : ευτυχώς.
κατλίκʼ (του) : α. ο άνευ λόγου φόβος, β. ο χαλασμός Κυρίου, γ. Φράση : «μας ίφιρις του κατλίκʼ» = μας έφερες συμφορά.
κατόπʼ (του) : α. η παρακολούθηση, β. το ακολούθημα κάποιου, γ. Φράση : «τουν πήρα στου κατόπʼ» = τον πήρα από πίσω, τον ακολούθησα.
κατόφλιους (ου) : α. το πλατύσκαλο της εξώπορτας, το κατώφλι, β. το χοντρό ξύλο που βρίσκεται στο κάτω μέρος της κάσας της εξώπορτας.
Κατούνια : πράγματα διάφορα που κουβαλάει κάποιος
κατράμʼ (του) : η πίσσα.
κατραπάκιασμα (του) : α. το δυνατό ξύλο στο κεφάλι με τα χέρια, β. το λαίμαργο και υπερβολικό φαγητό, γ. μετ. η κακοδαιμονία, δ. κατραπακιά (η) = η καρπαζιά, ε. Φράση : «έφαγα μια κατραπακιά…» = έπαθα μεγάλη ζημιά.
κατρουφτίτσια : μανητάρια
κατσαρό (του) : το σγουρό μαλλί.
κατσάρουμα (του) : α. το καμάρωμα, β. το φούσκωμα, γ. κατσιαρώνουμι (ρ.) 1. καμαρώνω, 2. περηφανεύομαι, δ. κατσιαρώνου (ρ.) = ανοίγω τα σκέλη μου.
κατσιά (η) : α. η ποσότητα του φαγητού που τρώει κάποιος σε ένα γεύμα, β. η παρέα που καταναλώνει την ποσότητα αυτή, γ. η καθισιά,
κατσιάκς (επίθ.) : α ο φοβητσιάρης, β. ο λαγός, γ. ο φυγάς.
κατσιαμάκι (η) : α. είδος φαγητού με καλαμποκίσιο πλιγούρι, β. κατσιαμάκας (επίθ.) = 1. ο ναζιάρης, 2. ο αμόρφωτος, 3. ο αγροίκος.
κατσιαούλʼ (του) : α. το σαγόνι, β. το πηγούνι.
κατσιαμούρ(ι) : ψυλόβροχο
κατσιάρτζμα (του) : α. η τρέλα, β. η παράνοια, γ. κατσιαρντίζου = 1. σιουρδίζου*, 2. χάνω το μυαλό μου,.
κατσίρτσι : 1. το έχασα, 2. τρελάθηκα.
κάτσι καλά (φρ.) : α. ανεπανάληπτα, β. τα πολύ καλά, τα εξαιρετικά, γ. αυτά που δύσκολα περιγράφονται. δ βέβαια και κάθησε καλά
κατσιούλʼ (του) : στρόγγίλη πέτρα από κεραμίδι κυρίως
κουτσλιά : κουτσουλιά
κουτσουγκέλα (η) : ο ελιγμός.
κατσουλιέρς (ου) : ο κορυδαλλός ο λοφιοφόρος.
κατφές (ου) : α. η καλέντουλα, είδος κίτρινου λουλουδιού που ανθίζει όλο το καλοκαίρι, β. το μεταξωτό βελούδο (Δημητράκος).
κάτχια (τα) : μετ. οι στρώσεις με φύλλα της πίττας η μαλιού
κατσ(ι)φός :αλλήθωρος
κατώι (του) : υπόγειος χώρος του σπιτιού που χρησιμοποιείται ως αποθήκη.
καφέθκου (του) : α. το τέως Χιλιόδραχμο επειδή είχε καφέ χρώμα, β. το καφετί χρώμα π.χ. καφέθκου πουλόβερ.
καφκαλιά (η) : α. δυνατό χτύπημα με το κεφάλι, β. η κεφαλιά.
καφκί (του) : μικρό χάλκινο σκεύος (σαν μικρό ποτιστήρι) για τη μεταφορά του λαδιού, το ρόι.
καφτάνʼ (του) : α. μακρύς μανδύας με μανίκια, β. ο ξυλοδαρμός στο κεφάλι.
καψαλνώ (ρ.) : α. καίω κάποιον επιφανειακά, β. καψαλίζω, γ. μετ. το σκάω, δ. καψάλτ΄ (του) = η φευγάλα, ε. καψαλιάρδις (οι) = (ειρων.) = οι κάτοικοι του χωριού Κρόκου.
κέντημα (του) : α. το εργόχειρο, β. το γλυπτό σκάλισμα με σχέδιο σε ξύλο, γ. το σχέδιο με κανέλα στο ρυζόγαλο, δ. το σχεδίασμα, ε. στ. Προέλευση : από το ελνστ. κεντώ, πηγή : ΑΠΘ.

κιαϊμέτʼ (επίρ.) : α. πολύ, β. ένα σωρό, γ. μεγάλη ποσότητα, δ. πλήθος, ε. Φράση : "ιένα κιαϊμέτ'" = ένα σωρό.
κιβούρ (του) : α. ο χώρος όπου τοποθετείται η σωρός, β. (ΑΠΘ = φέρετρο και με επέκταση ο τάφος. Από το βυζ. κιβώριον = θολωτή κατασκευή που στηρίζεται σε μικρούς κίονες και καλύπτει την Αγία Τράπεζα).
κιζάπʼ και γκιζάπʼ* (του) : α. το υδροχλωρικό οξύ, β. Προέλευση : από το τουρκ. kezzap, πηγή : ΑΠΘ.
κικιρίκια (τα) : α. τα φιστίκια, β. οι ξηροί καρποί με σκληρό περίβλημα (φιστίκια, καρύδια, Αιγίνης, φουντούκια κλπ ), γ. αράπικα φιστίκια, δ. Προέλευση : από το παρήχ. καρυδάκια.
κικλής (ου): α. το πουλί κιρκινέζι (μικρό είδος γερακιού) β. μικρός και αδύνατος άνθρωπος.
κιλάρʼ (του) : α. αποθήκη τροφίμων μέσα στο σπίτι, β. Προέλευση : από το λατιν. cellarium, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253, γ. (σημ. lias : γιατί όχι από το ελληνικό κελίον;).
κιλίμʼ (του) : ο υφαντός μάλλινος διάδρομος με λωρίδες παλιών υφασμάτων (σεντονιών, πλεκτών κτλ.).
κιλό (του) : α. μονάδα βάρους ίση με είκοσι δύο οκάδες (σημ. lias : είκοσι οκτώ κιλά περίπου), β. το κιλό που αντικατέστησε την οκά στη μέτρηση του βάρους.
κινάργια (τα) : παιχνίδι με κότσια ζώων.
κινώνω : σερβίρω
κ(ι)νώ (ρ.) : α. αρχίζω κάτι (π.χ. μια δουλειά), β. ξεκινώ να πάω κάπου,
κινώνου (ρ.) : σερβίρω, β. κοινοποιώ, γ. κένουσι (προστ.)= 1. άδειασε, 2. σερβίρισε, δ. (lias = είναι διαφορετική λέξη : κοινό – κενό ) δες κοινώνου* και κοινουνώ*.
κιόλας (επίρ.) : α. κιόλας, β. (Παπασιώπης) : αμέσως – αμέσως, τόσο γρήγορα.
κιούγκʼ (του) :α. πήλινος σωλήνας αποχέτευσης, γυαλισμένες με τκάλ*, β. (lias : χρησιμοποιούνταν κυρίως από τους βυρσοδέψες).
κιουμέρʼ και κιμέρʼ (του) : πάνινο ή δερμάτινο πορτοφόλι που φυλάγονταν μέσα από το ζωνάρι.
κιούπʼ (του) : πήλινο κιούπι με μεγάλο στόμιο, (lias : παλιά αποθήκευαν εκεί το αλεύρι).
Κιουσπέτ(ι) : καοπληρωτής
κιουστέκʼ (του) : α. επιστήθιο ασημένιο γυναικείο κόσμημα (πηγή : Σιαμπανόπουλος), β. (Χ.Χ.= πέτσινη ζώνη με τις φυσιγγιοθήκες που φοριούνταν σταυρωτά).
Κιουσπέτ : χωρίς μπέσα ανθρωπος
κιουτέβου (ρ.) : α. αδρανώ, β. μένω αμήχανος, γ. τα χάνω και δεν κάνω τίποτα, δ. δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο, ε. φοβούμαι, στ. δειλιάζω, ζ. κιουτής (επίθ.) = ο δειλός, η. Προέλευση από το τουρκ. kotu = κακός, πηγή : ΑΠΘ ).
κιπέγκʼ (του) : α. ξύλινα τάβλα μπροστά στη βιτρίνα του μαγαζιού, β. ο ξύλινος μπάγκος των φούρνων για την τοποθέτηση των φρέσκων καρβελιών, γ. προεξέχουσα βάση του παραθύρου του καταστήματος (Παπασιώπης), δ. Προέλευση : από το τούρκ. kepeng = καταπακτή, θυρόφυλλο, ε. δες και κάτχια*.
κιπαζές (ου) : α. το ρεζιλίκι, το ρεζίλι, β. ο περίγελως, γ. Φράση : «κιπιζιές γίνκαμι σʼ όλου του μαχαλά» = ρεζιλευτήκαμε στη γειτονιά.
κιπρί (του) : το μεγάλο κουδούνι με άλλο μικρότερο στο εσωτερικό του που φορούσε το επικεφαλής ζώο του κοπαδιού.
κιπτσές (ου) : τρυπητή κουτάλα, (Δημητράκος).
κιρά (του) : α. το ενοίκιο, β. Προέλευση : από την αρχ. κύριος = κάτοχος.
κιρχανατζής (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν συμπεριφέρεται σαν κύριος, β. άνθρωπος τεμπέλης που φορτώνεται στους άλλους, γ. ο φαντασιόπληκτος, ο παραμυθάς, δ. γενικά είναι βρισιά που μπορεί να ειπωθεί με πολλές έννοιες.
κισάτ(ι) :1.στενοχώρια 2.ανδουλιές
κισές (ου) : α. ο κεσές, β. αβαθές πήλινο δοχείο για την παρασκευή γιαουρτιού, ρυζόγαλου κτλ.
κισλάς : βοσκότοπος ,λιβάδι
κιτσές (ου) : α. είδος χοντρού υφάσματος από συμπιεσμένες τρίχες ή μαλλί, β. Προέλευση : από το τούρκ. kece, πηγή : ΑΠΘ.
κιφάλας (ου) : άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι.
κιφαλάρʼ (του) : α. η νερομάνα, β. πηγή με άφθονο νερό, γ. το ξύλο του κρεβατιού όπου ακουμπάει το κεφάλι, δ. κιφαλαριά (η) = το μέρος του χαλιναριού που εφάπτεται στο μέτωπο του αλόγου, (πηγή : Καραντάνας).
κιφτιδις (ου) : κεφτέδες, β. μετ. οι πλαδαρόι, οι χοντροί, γ. ο δυσκίνητος, δ. ο καταβραχθίζων ευμεγέθη κομμάτια κρέατος,
κιχαϊάς : α. δημογέροντας με χρέη επιτρόπου, β. αυτός που κάνει κουμάντο σε ένα νοικοκυριό, γ. ο επιστάτης, δ. ο οικονόμος.
κʼχ (επιφών.) : α. κίχ, β. τσιμουδιά, γ. τίποτε, δ. κʼκ – μʼκ = 1. μισόλογα, 2. μασημένα λόγια, δ. δες και γκʼκ*.
κλανιάρς (επίθ.) : ο δειλός.
κλαρίζου (ρ.) : α. καθαρίζω τα δέντρα από τα περιττά κλαδιά του κορμού, β. κλαδεύω.
κλειδουμάχειρου (του) : α. ο σουγιάς, β. το μαχαιράκι που η λάμα του κρύβεται στο χερούλι.
κλειδουπνάκʼ (του) : α. σύστημα 3 - 4 βαθιών αλουμινιένιων πιάτων (που έμοιαζαν με κεσέδες ο ένας επάνω στον άλλον) και ασφαλίζονταν για τη μεταφορά του φαγητού από το σπίτι στο μαγαζί ή στο χωράφι, β. (σημ. lias : παλιά δούλευαν από το πρωί ως τα μεσάνυχτα και τους κουβαλούσαν το φαγητό στη δουλειά!).
κλησιά : εκκλησία
κλησιάρς : νεοκόρος
κλόκ(ι) : κυκλικό σχήμα
κλουκουτώ : ανακατώνω
κλιά (η) : α. η κοιλιά, β. κλιές = φαγητό με αρνίσιες ή κατσικίσιες κοιλιές (όχι μπουμπάρ*).
κʼλίφʼ και κλιούφʼ (του) : α. η μαξιλαροθήκη, β. Προέλευση : από το αρχ. κελύφιον<κέλυφος, πηγή : ΑΠΘ.
κόπα : σωρός
κόρφους : ο χώρος μεταξύ ενός πουκάμισου και του στήθους
κουλόθρα (η) : η δερματική πάθηση του κεφαλιού (λεπίαση του τριχωτού) κάτι σαν έντονη πιτυρίδα.
κλόστς (ου) : α. ο πλάστης για το άπλωμα του φύλλου της πίτας, β. μακρύ στρόγγυλο ξύλο για το άπλωμα του φύλλου της πίτας.
κλούτσα (η) : αναπηρία ( "από του κάτσμου κλούτσιασαν τα πουδαριάμ").
κλώθου (ρ.) : α. κλώθω, β. επεξεργάζομαι το νήμα.
κλώθουμι (ρ.) : α. κωλυσιεργώ, β. περιτριγυρίζω άσκοπα, γ. καθυστερώ, δ. (Νιάνια : «κλώσκις» = γύρισες, στριφογύρισες), ε. κλώστα (προστ.) = μην καθυστερείς.
κλώτσ(ι)κα : γυροβολιά ,γύρα
κλώσις (οι) : α. οι πλεξούδες των μαλλιών, β. (lias : και του τσουρεκιού, του ψωμιού, κτλ.), γ. οι κότες που γενούν και επωάζουν, δ. οι κότες που έχουν κοτοπουλάκια, ε. κλώσα (η) = ειρ. ανόητη, αφελής γυναίκα, στ. κλουσαριά (η) = η κότα που κλωσάει τα αυγά.
κνούπʼ (του) : α. το κουνούπι ή και η σκνίπα, β. μετ. ο υπερβολικά μεθυσμένος.
κόβουμι (ρ.) : α. κόβομαι (στο χέρι, στο πόδι κτλ.), β. μετ. ενδιαφέρομαι υπερβολικά για κάποια κοπέλλα.
κόθρους (ου) : α. η τραγανή στριφογυριστή άκρη της πίτας που εφάπτεται στα χείλη του σινιού, β. κόθρις = οι στεγνές κόρες του ψωμιού (χρησίμευαν στην παπάρα*), γ. Προέλευση από το αρχαίο κόθρος = χείλος ταψιού, πηγή : Δημητράκος /// Π.Λ.Μπ.: κώθα = ποτήρι. κοινουνώ (ρ.) : μεταλαμβάνω.
κοινώνου (ρ.) : α. σερβίρω, β. ανακοινώνω, δημοσιοποιώ, γ.μεταλαβαίνω Προέλευση : από το αρχαίο κενώ, δ. δες κινώνου*.
κόκκαλου (του) : α. το κόκαλο, β. το γλωσσίδι για το φόρεμα των παπουτσιών, γ. το κουκούτσι των φρούτων, δ. (σημ. lias : λέγεται και γλώσσα, γλουσίδʼ και κλιτσιμπί [κλίτς+μπει]).
κόμπους (ου) : α. ο κόμπος του σχοινιού, β. πολύ μικρή ποσότητα, γ. το «στέγνωμα» του λαιμού από τη στενοχώρια, δ. μετ. το μικρό κομπόδεμα (συνήθως σε ένα δεμένο μαντήλι), ε. Φράσεις : «τόδισα κόμπου» = δεν πρόκειται να το ξεχάσω, «έχου ένα κόμπου στου λιμό» = έχω μεγάλη στενοχώρια, στ. (Νιάνια : κόμπος = η σταλαγματιά), ζ. (Χ.Χ. κεφάλι καρφίτσας – κομπόδεμα).
κόπανους (ου) : α. πλατύ και χοντρό ξύλο για το χτύπημα των ρούχων ή κλινοσκεπασμάτων όταν τα έπλεναν για να καθαρίσουν καλλίτερα, β. μετ. ο ανέντιμος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το αρχαίο κόπανον = γουδοχέρι, πηγή : ΑΠΘ.
κόπιλους (επίθ.) : α. ο κακοήθης, β. ο ανήθικος, γ. κουπέλ (του) = ο βοηθός, γ. Προέλευση : από το αλβ. kopil,= δούλος, πηγή : ΑΠΘ.
κόπτσα (η) : α. γάντζος και κρίκος που αντικαθιστά το κουμπί στον γυναικείο ρουχισμό, β. Προέλευση : από το τούρκ. kopca, πηγή : ΑΠΘ.
κόρδα : α. η χορδή, το τέλι, β. μετ. η πείνα γ. το σχοινί της ρόδας του τσικρικιού*, δ. το κουράγιο, ε. Φράσεις : 1. «ιέχου κάτʼ κόρδις!» = πεινώ πολύ, 2. «μι κόπκαν οι κόρδις» = δεν έχω κουράγιο, τέλειωσαν οι δυνάμεις μου, ε. (σημ lias : οι χορδές των οργάνων παλαιότερα γίνονταν με στεγνά έντερα ζώων).
κόρις (οι) : α. οι στεγνές κόρες ψωμιού, β. μικρές φέτες κυδωνιού, μήλου κλπ. γ. κόρις μι πιτμέζʼ = είδος γλυκού με φέτες κυδωνιού, στεγνών δαμάσκηνων, βερίκοκων κτλ. μαζί με πετιμέζι,
 κόρτσα (η) : ο κοριός.
κόσα (η) : α. είδος μεγάλου δρεπανιού με μακρύ στειλιάρι για το κόψιμο των αγριόχορτων, β. Προέλευση : από το βουλγ. kosa, πηγή : ΑΠΘ.
κότσʼ (του) : α. το κόκαλο του αστράγαλου, β. μετ. το τσαγανό, γ. Φράση : «δεν έχς τα κότσια ρα» = δεν έχεις το σθένος, δ. το στέλεχος του καρπού του καλαμποκιού που χρησίμευε σαν πώμα σε μπουκάλια, ε. κουτσνάρʼ* (του) = η άκρη του κόκαλου της φτερούγας των πουλιών.
κουβαλνιούμι (ρ.) : επισκέπτομαι απρόσκλητος κάποιον.
κουζιάκς (επίθ.) : ο κοντός.
κουκόνα (η) : α. η μικρή όμορφη κοπέλα, β. μορφή κοριτσιού με το οποίο στόλιζαν τα λαήνια , γ. Φράση : «κουκόνα απου λαϊνʼ" = πολύ όμορφο κορίτσι.
κουκούδʼ (του) : α. το ξεραμένο αίμα μίας πληγής, β. ξεραμένο φλέγμα της μύτης, γ. το εξάνθημα. κουκούλʼ (του) : α. η φούσκα, β. το βομβύκιο του μεταξοσκώληκα, γ. μάλλινος σκούφος, δ. ο όρχις. κουκλώνουμι (ρ.) : σκεπάζομαι, β. τυλίγομαι, γ. κουκουλώθκιν = τον τύλιξαν και τον πάντρεψαν, δ. κουκλώνου (ρ.) 1. αποκρύβω κάτι, 2. «τυλίγω» κάποιον ερωτικά.
κούκους (η) : α. ο κότσος των μαλλιών, β. (Ζ.Κ. αφήγηση) οι κοπέλες όταν αρραβωνιάζονταν έκαναν τα μαλλιά τους κούκο, ήταν δηλαδή δηλωτικό, όπως και η βέρα, γ. δες και ξικουκούμʼ*, δ. ειρ. Φράση : «η κούκου στʼ φαλάκρα» = τα μαλλιά που σκεπάζουν τη φαλάκρα, δ. μετ. η γενετήσια ορμή (φράση : «σε κάνι κούκου;» = σου σηκώνεται το πέος;
κούκους (ου) : α. το πουλί κούκος, β. το ρολόι, γ. ο κότσος των μαλλιών, δ. η στοίβα διαφόρων αντικειμένων ιδίως (πολλών πιάτων αλλά ακόμη και χρημάτων), ε. η ντάνα.
Κουκουναρς : άνδρας από την πόλη
Κουκόνα : γυναίκα από την πόλη
κουκότα : πέτρα για σφενδόνα κυρίως
κουλαίνουμι (ρ.) : α. μου «κόβονται» τα πόδια, β. Προέλευση από το κουλός.
κουλάζουμι : αμαρτάνω
κουλαούζους (επίθ.) : ο καθοδηγητής, β. ο οδηγός.
κουλάϊ :κουράγιο, μέθοδος ,λύση
κουλμπίσια : βαφτίσια
κουλί (του) : α. ο γλουτός, β. το γυμνό πίσω μέρος του μπουτιού, γ. το κωλομέρι, δ. ο πισινός, ε. Προέλευση : από το κοίλος, πηγή Π.Λ.Μπ.
κουλουκίθα (η) : α. η ξερή κολοκύθα (για γλυκό, πίτα κλπ.), β. μετ. ο κουτός άνθρωπος, γ. η φλάσκα κολοκύθα (η νεροκολοκύθα) που αφού την ξέραναν, καθάριζαν εσωτερικά την ψίχα της και τη χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά νερού, κρασιού κτλ., δ. κουλουκίθʼ (του) = 1. το κολοκύθι, 2. μετ. ο χαζός, ε. κουλουκθάτου (του) = γλυκό του κουταλιού με κολοκύθα, ε. (lias : Προσοχή ! Ενώ για τα γλυκά προσδιορίζουμε την προέλευσή τους από τον καρπό που αποτελεί την πρώτη ύλη, π.χ. κυδουνάτου, καρυδάτου, κουλουκθάτου κτλ. δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα φαγητά. Δεν λέμε στα Επανομίτικα πρασάτου, λαχανάτου κτλ. αλλά λέμε γρουν μι λάχανου κτλ.)
κουλουργιάζου (ρ) : α. τυλίγω, β. καταφέρνω και πείθω κάποιον, γ. μπερδεύω, δ. κάνω μία δουλειά πρόχειρα και με βιασύνη, ε. καταφέρνω κάποιον για παντρειά.
κουλουμέρια : τα οπίσθια
κουλουμπουρντώ :αναποδογυρίζω
κουλουρίζʼ (του) : η παραφυάδα.
κουλσούνʼ (επιφών.) : μπράβο!
κουλόθα : δερματοπάθεια
κουμαρτζής (επίθ.) : α. ο μανιώδης χαρτοπαίκτης, β. ο τζογαδόρος, γ. κουμάρου (του) = η μανιώδης χαρτοπαιξία (ή άλλο τυχερό παιχνίδι [π.χ. ζάρια]) με σκοπό το εύκολο κέρδος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. kumar = χαρτοπαιξία, πηγή: ΑΠΘ.
κ(ι)μάσʼ (του) : α. μικρός προστατευμένος χώρος για χρήση από πτηνά (κότες, περιστέρια, χήνες κτλ. – όχι ζώα), β. ο ορνιθώνας, γ. μετ. ο βρώμικος, ο ύπουλος άνθρωπος, δ. ο παλιοχαρακτήρας. κουμασλίκʼ : α. κομμάτι υφάσματος αρκετό για ένα φόρεμα, β. (σημ. lias : Ο Ηλιαδ. στη «χαρά» εξειδικεύει ότι πρόκειται για δώρα (κουμασλίκια) της νύφης στους οικείους του γαμπρού που στέλνονταν το Σαββατόβραδο πριν από το γάμο), γ. Προέλευση : από το τουρκ. kumas = ύφασμα, πηγή : ΑΠΘ.
κουματσιούλʼ (του) : α. το κομματάκι, β. κουματσιούλια (τα) = σπασμένα μικρά κομμάτια (από γυαλιά, κεραμικά, ψωμί κτλ.) Κουματσιόλα =Μεγάλο κομμάτι
κουμπάκ(ι) : ο καρπός του καλαμποκιού
κουμπγιάζουμι (ρ.) : α. δυσκολεύομαι να καταπιώ, β. διστάζω, γ. μιλώ με δυσκολία ή με διακοπές, δ. Προέλευση : από το κόμπος, πηγή : ΑΠΘ.
κουμπίνα : θεριζοαλωνιστική μηχανή
Κουμούλα : γεμάτο υπερβολικά
κουνίστρα : (η) : α. η προκλητική γυναίκα (που κουνάει υπερβολικά τους γοφούς της), β. μετ. ο ομοφυλόφιλος, γ. το κουνιστό αλογάκι, προβατάκι ή άλλο παιχνίδι των μωρών, δ. το κρεβατάκι του μωρού που κινείται για να ηρεμήσει, ε. το μπισίκʼ*.
κουντίλʼ (του) : α. μολύβι, β. κιμωλία, γ.κομάτια στρόγγυλου ξύλου. Προέλευση : από το υποκ. της λ. κοντός = κοντάρι, πηγή : Π.Λ.Μπ.
κουντλώ : παραπατώ
κουντό (του) : α. το κοντάρι, β. η λαβή του σκεπαρνιού, γ. Φράση : «θέλς αν σι δ'ωσου μια μι του κουντό» = απειλή ξυλοδαρμού, δ. Προέλευση : από το αρχαίο κοντός = κοντάρι, πηγή : ΑΠΘ. κουντόγνουμους (επίθ.) : ο στενόμυαλος.
κουντουγούνʼ (του) : α. η κοντή γούνα, β. το γούνινο ημίπαλτο (μέχρι τα γόνατα).
κουπάνα (η) : α. η ξύλινη σκάφη, β. μετ. το σκασιαρχείο από τη δουλειά ή το σχολείο, γ. κουπανατζής (επίθ.) = αυτός που αποφεύγει μία ομαδική εργασία, δ. η ζμπόμπα*.
κουπανίζου (ρ.) : α. χτυπώ δυνατά, β. ανταπαντώ με σκληρά λόγια, γ. Φράση : «μνιά χαρά τςτα κουπάνσα…» = πολύ καλά έκανα και την μάλωσα.
κουπανστιά :πέσιμο
κουπέλʼ (του) : α. το μπάσταρδο, β. το εξώγαμο, γ. ο υπηρέτης (και μάλιστα για βαριές δουλειές) δ. Φράση : «ιέχου ιένα κουπέλ πʼ όλις τς δλιές μιτς φκιάν!», ε. (σημ. lias : το κοπέλι = αγόρι μόνο στην Κρήτη συνηθίζεται, ε. Προέλευση : από το αλβ. kopil = υπηρέτης, πηγή : ΑΠΘ.
κουπιλόπλου (του) : α. το σκανδαλιάρικο παιδί, β. ο αντιπαθητικός πιτσιρικάς.
κουπούκʼ : (του) : α. ο αλητόβιος, β. Προέλευση : από το τούρκ. kopuk, πηγή : ΑΠΘ.
κουπόϊ : κυνηγιτικό σκυλί
κουραδιασμένους (επίθ.) : α. ο ξεραμένος, β. μετ. ο λερωμένος που ξεράθηκαν οι βρωμιές επάνω του.
κουραχάνʼ : α. το ανέκδοτο, β. η χοντροκομμένη πλάκα.
κουρασάνʼ (του) : α. το αμμοκονίαμα για το σοβάτισμα των τοίχων, β. μίγμα ασβέστη και άμμου. κουρδέλια (τα) : α. τα παπούτσια με κορδόνι, β. Φράση : «ιού λιανό κουρδέλʼ…» = υποτιμ. κατώτερος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το βενετ. cordella, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 254.
κουρδώνου (ρ.) : α. ερεθίζω το πέος σε στύση, β. τεντώνω αγέρωχα (το σώμα, το κορμί κτλ.), γ. κουρδώνουμι (ρ.) = 1. καμαρώνω, 2. περηφανεύομαι.
κουριά :κόρα του ψωμιού
κούρκους (ου) : α. η γαλοπούλα, β. συνών. μισίρκους*, τούρκους*.
κουρκούτʼ (του) : α. ο χυλός, β. Φράση : «μʼ έκανις του μιαλό κουρκούτʼ» = με ζάλισες ), γ. κουρκούτας (επίθ.) = 1. ο ακάθαρτος, 2. (Χ.Χ.) = ο λερωμένος, δ. κουρκουτάζουμι (ρ.) = 1. ζαλίζομαι, 2. μπερδεύομαι.
κούρκους : γαλοπούλα
κουρκούτ(ι) :χυλός από αλεύρι και νερό
κουρμός (επίρ.) : Ο κορμός του φυτού 
κούρβα. η στροφή του δρόμου, β. η καμπύλη, γ. μετ. η σωματώδης πόρνη, δ. Προέλευση : από το λατιν. curvus = λυγισμένος, πηγή : ΑΠΘ.
κουρμπάνʼ (του) : α. εκλεκτά κομμάτια κρέατος που προορίζονται για συνεισφορά σε φαγοπότι ή γλέντι πανηγύρια (πηγή lias από Καραντάνα),
κούρμπέτ : α. η πιάτσα, β. η βιοπάλη, γ. γκουρμπέτς (επίθ.) = 1. ο περπατημένος, 2. ο αλανιάρης, 3. ο πλανόδιος, 4. ο γύφτος, δ. Προέλευση : από το τούρκ. gurbet = ξενιτιά, πηγή : ΑΠΘ.
κουρνιαχτός : σκόνη
κουρντίζου : : α. κουρδίζω (το ρολόι, το πιάνο, την κιθάρα κτλ.), β. μετ. πειράζω τον άλλο ώστε να τεντωθούν τα νεύρα του, γ. εκνευρίζω, δ. (Χ.Χ. : κουρντίζου = γεννάω), ε. (Παπασιώπης : κουρντίζν = φορούν επιδεικτικά ), στ. Προέλευση : από το αρχαίο κόρδα = χορδή, πηγή : ΑΠΘ.
κούρπιτους (ου) : α. το έντομο σκνίπα, β. ο μεθυσμένος, γ. (Μαλούτας : προέλευση από το αγγλ. carpet, ιταλ. carpeto = ήπιε τόσο πολύ που έπεσε στο χαλί και δεν μπορεί να σηκωθεί απ΄ αυτό). κουρόνα (η) : α. παιδικό παιχνίδι με νομίσματα, β. δες πιχνίδγια*.
κουρσιούμ(ι) :μεταλική μπίλια
κουρτσιαβέλ(ι) : κοριτσάκι
κουρφή (η) : α. η κορυφή, β. το πάνω και πίσω μέρος του τριχωτού της κεφαλής (φράση : «άμα έχς δυό κουρφές… δυό φουρές τα παντριφτείς!».
κουσια (η) : Η πλεξούδα
κουσκιντστή (η) : α. η ποσότητα που ρίχνουμε με το πιάτο για να κοσκινίσουμε κάτι, β. επαναλαμβανόμενη ρίψη μικροποσότητας υλικών για κοσκίνισμα, γ. (Νιάνια : κουσκιντστές = ποσότητες αλευριού για κοσκίνισμα).
κουσούρʼ (του) : το ελάττωμα.
κούσπα (η) : α. η τούμπα από κόπρανα, β. μετ. κούσπαρς (ου) 1. ο πλαδαρός άνθρωπος, 2. ο δυσκίνητος, γ. κούσπου και κουσπαρέλου (η) = η κωλαρού και δυσκίνητη γυναίκα.
κούτιου (του) : α. η κουτή, β. μετ. το άδειο κεφάλι, γ. το αδέσποτο μικρό σκυλί, δ. Φράση : «χαμένου κούτιου» = χαμένο σκυλί.
κουτκας(ου) : α. το πίσω μέρος του κεφαλιού, β. μετ. άνθρωπος με άδειο κεφάλι, γ. Προέλευση : από το αρχ. κοττίς, = ινίο, πηγή : Χ.Χ.
κουτρουβαλιάζουμι (ρ.) : α. κατρακυλώ με το κεφάλι κάτω, β. Χ.Χ.: κουτρουβάλα = κούτσουρο. κούτσκους (επίθ.) : ο μικρός.
κουτσνάρ (του) : α. η άσαρκη άκρη των άκρων των πτηνών (ποδιών και πτερών), β. τα ακροδάχτυλα, γ. το μέρος των ζώων από τον αστράγαλο μέχρι την πατούσα.
κουτσούλα (η) : α. το περίττωμα των πουλιών, β. μετ. η μικρή ποσότητα, (φράση : «μʼ έδουκι μιά κουτσούλια φαΐ»), γ. κουτσουλιάης (ου) = αυτός που κάνει μισές δουλειές. κουτσουμίτς (επίθ.) : ο άνθρωπος με μικρή μύτη.
κουτζιαμάν : ολόκληρος(η) ,μεγάλος
κουτσουπέτνους (ου) : α. άτομο που φοράει κοντά παντελόνια ή φοράει το παντελόνι με γυρισμένα τα ριβέρ, με τον τρόπο που τα γυρίζουν οι ψαράδες, β. μετ. ο κουτσός.
κούτσουρου (του) : α. ξερό ξύλο κληματαριάς για κάψιμο, β. άνθρωπος ανεπίδεκτος μαθήσεως, γ. μετ. ο ξεροκέφαλος, δ. Φράση : «έκαμα του κούτσουρου» = προσποιήθηκα τον ανήξερο. κουτσουρέινιους (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που επιμένει στην άποψή του έστω κι αν είναι λαθεμένη, β. ο ισχυρογνώμων, γ. ο ξεροκέφαλος, δ. ο άξεστος, ε. συνών. : του ντβάρʼ*.
κουτσουδούλια : μικροδουλιές
κουτσουφόκαλου (του) : α. φαγωμένη χορτάρινη σκούπα, β. ειρων. ο κοντός.
κφογρούνου (του) : α. ο περιφρονημένος άνθρωπος, β. ο άνθρωπος που του δίνουμε λίγη αξία, γ. ο αργόστροφος.
κουφουτίλʼ (του) : το πώμα (με τρύπα στο κέντρο όπου έμπαινε ένα μικρό ξυλάκι για να τη βουλώσει) στη θέση της κάνουλας του βαρελιού.
κόχʼ (η) : α. το κοίλωμα του τοίχου, β. η στρογγυλεμένη γωνία μεταξύ δύο τοίχων, γ. θέση δίπλα στο τζάκι, δ. Φράση : «τουν έβαλα ζτ κόχʼ» = τον τίμησα, τον περιποιήθηκα., ε. (lias : στη παλιά Επανομή η θέση που προορίζονταν για τον παππού ή τον επισκέπτη ήταν δίπλα στο τζάκι).
κόψιμου (του) : α. το κόψιμο, β. η διάρροια, γ. μετ. το ενδιαφέρον για εκπρόσωπο του άλλου φύλου, δ. η εμφάνιση.
κράζου (ρ.) : α. φωνάζω πολύ δυνατά, β. επιτιμώ κάποιον με δυνατές φωνές, γ. καλώ κάποιον από μακριά να έλθει προς το μέρος μου, δ. Φράση : «έφαγα ένα κράξμου…» = με κορόιδεψαν αλλά και με μάλωσαν.
κράνου (του) : α. ο καρπός της κρανιάς, β. ειρων. ο εγωιστής, γ. κρανίσια (η) = βέργα φτιαγμένη με κλωνάρι κρανιάς, διακρίνεται για το μικρό βάρος, την μεγάλη αντοχή και τους πολλούς κόμπους, γ. κρανιά (η) = το δέντρο κόρνος ο άρρην.
κράνιασμα : πιάσιμο (κρανιάσκι του χέρι 'μ = πιάστικε το χέρι μου
κριτσιανός (επίθ.) : α. ο τραγανός, β. κριτσιανό (του) = ο χόνδρος του κρέατος των πουλερικών (το άσπρο μαλακό κόκαλο), γ. μετ. το κοριτσάκι.
Κριτσιάντα :Το τραγανο μέρος του ψωμιού
κρέμασʼ (η) : η κλίση του εδάφους και της σκεπής, β. βαριά σύννεφα για βροχή, γ. η ασθένεια κήλη. κρένου (ρ.) : α. μιλώ, β. εκθέτω την άποψή μου, γ. κρίνω, δ. Προέλευση : από το αρχ. κρίνω, πηγή : Π.Λ.Μπ. κρέχτους (επίθ.) α. ο δροσερός, β. ο φρέσκος, ο νωπός γ. ο τρυφερός, δ. μετ. κρέχτʼ (η) = η ξανθιά όμορφη γυναίκα, ε. κριχτάδα (η) = 1. η ζωηράδα, 2. η φρεσκάδα,
κρέπ(ι) : μαντήλα γυναικία
κρίνα : κουτί ( μια κρίνα σπίρτα)
κρικέλα (η) : α. κρίκος εντοιχισμένος για το πρόχειρο δέσιμο των ζώων στην αυλή, β. στρόγγυλος κρίκος στη πόρτα για ρόπτρο.
κριτσιανίζου (ρ.) : μασώ κάτι τραγανό.
κριτσνώ : τριζω
κριτσμάς (ου) : α. ο σταυρός από άχυρα που τον τοποθετούσαν στην κορυφή της τούμπας των δεματιών του σιταριού, β. το φαγοπότι μετά το τέλος του θερισμού.
κρούου (ρ.) : α. χτυπώ, β. δέρνω, γ. βαράω, δ. κρούουμι (ρ.) = χτυπιέμαι από πόνο κυρίως, ε. Φράση : «του κρούει του μπακράτσʼ» = είναι κίναιδος.
κρουσταλίθρα : παγοσταλακτίτης που γινόταν στις στέγες με το κρύο του χειμώνα
κρυάδα (η) : α. το ψύχος, β. μετ. η ψυχρολουσία, γ. κρυαδίζʼ (ρ.) = αρχίζει να κάνει κρύο.
κρυψώνα (η) : α. το σκασιαρχείο, β. η κρύπτη, η κρυψώνα, γ. (lias : επί τουρκοκρατίας συνήθιζαν τα σπίτια να διαθέτουν μία κρυψώνα ιδίως για τα πολύτιμα αντικείμενα, διότι γινόταν πολλές επιδρομές και λεηλασίες.
κτάρʼ (του) : το κατακάθι του ξυδιού που χρησιμοποιείται ως μαγιά για άλλο ξύδι.
κτί (του) : α. το κουτί, β. η κάλπη, γ. το τηλέφωνο, δ. γενικά κάθε τι ηλεκτρονικό όπως η τηλεόραση, το ραδιόφωνο κτλ. ε. κτούκʼ (του) = 1. το κουτάκι, 2. μετ. το άδειο κεφάλι, 3. ειρων. = ο κουτός.
κ'τσάκ(ι) :κουτσ.ο
κυδουνάτου (του) : α. γλυκό του κουταλιού με τριμμένα κυδώνια και ξηρούς καρπούς (αμύγδαλα ή φιστίκια), β. φαγητό φούρνου με κρέας αλλά αντί για πατάτες έβαζαν χοντρές φέτες κυδωνιά, γ. Φράση : «κυδουνάτου φαΐ» = εξαιρετικά ωραία γυναίκα.
κυπρουκούδουνου (του) : α. το μεγάλο κουδούνι που φορούσαν στα μεγάλα ζώα, β. μετ. ο κοντόγνωμος,
κιφάλας (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν εννοεί να καταλάβει κάτι, β. ο άνθρωπος που δύσκολα μπορεί να συνετιστεί, γ. κιφάλας* = άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι, δ. (ΧΧ = κουφός ), ε. Προέλευση : από το κούφιος>κουφάλα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
κφός (επίθ.) : α. α κουφός, β. μετ. ο απρόσιτος τύπος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου