Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Γ

γιαβασιά (η) : το φίμωτρο των ζώων.
γαiδουρουγλιστια : πολύ μικρή έκταση χωραφιού ( λέγονταν περιπεκτικά για μικρής έκτασης οικόπεδα
γαϊτάνʼ (του) : α. το μεταξωτό διακοσμητικό κορδόνι, β. λεπτό κορδόνι για διακόσμηση ρούχων, στολών κτλ. γ. Προέλευση : από το βυζ. γαϊετάνιον, πηγή : ΑΠΘ.
γαλάρα (η) : κάθε μηρυκαστικό ζώο (πρόβατο, αγελάδα, γίδα κτλ.) που αρμέγεται και δίνει άφθονο γάλα.
γαλατσίδα (η) : το ραδίκι (επειδή όταν κοπεί από τη γή βγάζει έναν λευκό χυμό από το μίσχο).
γαλίκʼ (του) : α. το κοφίνι, β. μεγάλο καλάθι με δύο λαβές και πλεγμένο με κλαδιά λυγαριάς, γ. μονάδα μέτρησης όγκου, (σημ. lias : νομίζω ίση με τριάντα ή σαράντα οκάδες ).
γαλίφς (επίθ.) : α. ο κόλακας, β. γαλιφιά (η) = 1. η κολακεία, 2. η θωπεία, 3. το καλόπιασμα, γ. Προέλευση : από το ελνστ. γλείφω, πηγή : ΑΠΘ.
γαλέτσις (οι) : α. λαστιχένια μποτίνια που φοριούνται πάνω από τα παπούτσια για την προστασία από την υγρασία (νερά, χιόνια, λάσπες κλπ), β. Προέλευση : από το βενετ. galozza, πηγή : ΑΠΘ.
γαμώ (ρ.) : α. (για τον άντρα) συνουσιάζομαι, β. (ως επίρ.) = βρισιά, (φράση : "για την Ελλάδα ρε γαμώ το!"), β. μετ. πρόκληση ζημιάς με βρώμικα μέσα (φράση "τουν γάμσα" = του προξένησα μεγάλη ζημιά, γ. (σημ. lias : αντί του «γαμώ» για την ερωτική πράξη χρησιμοποιούν πλήθος άλλων λέξεων ή φράσεων : σαουλιάζου, τσαφλιακώνου, τιτχιώνου, σιδηρώνου, απαφτώνου, τς τουν σφύρξα, τς τουν χουρχούλιαξα, τʼ γουνάτσα και άλλα πολλά), δ. Προέλευση : από το αρχαίο γαμώ = κάμω σεξουαλική πράξη, (για τον άντρα), πηγή : ΑΠΘ.
γιαμνιά : αμέσως ( με μιας )
γανουτής και γανουματζής (ου) : α. ο πλανόδιος (συνήθως) επικασσιτερωτής των χάλκινων σκευών
, β. Προέλευση : από το αρχαίο γανώ= λάμπω, πηγή : ΑΠΘ.
γαννάδα ; προσπάθεια
γαργαλτζμένους (επίθ.) : α. ο πεντακάθαρος, β. γαργάλτσμα (του) = το επιμελημένο καθάρισμα ρούχων, σκευών, χώρων κτλ.
γάρους (ου) : α. το αλατόνερο για την παρασκευή και συντήρηση των τυριών, β. η αλμύρα, γ. Προέλευση : από το αρχ. γάρος = έμβαμμα εξ άλμης, πηγή : Τσότσος, σ. 255.
γαστέρα : μπουκάλι
γάστρα (η) : α. πλατύ και μεγάλο πήλινο η χοντρό χάλκινο σκεύος με ανάλογο καπάκι για ψήσιμο (lias : τοποθετούσαν αναμμένα κάρβουνα στο καπάκι), β. Προέλευση : από το αρχ. γαστήρ, πηγή : ΙΝΒΑ. σελ 247.
γδί (του) : α. πέτρινο και αργότερο ξύλινο σκεύος της κουζίνας για την πολτοποίηση διαφόρων καρπών, β. Προέλευση: από το αρχ. ιγδίον, πηγή : Σιαμπανόπουλος, σελ92..
γιαβασιά : εργαλίο για να ηρεμίση ένα άλογο( έμπενε στα χείλη του αλόγου)
γιαγκούνʼ και γιαγκ΄ν (ουσ. θηλ.) : α. η πυρκαϊά, β. φλογερή επιθυμία, γ. ο ερωτικός καημός, δ. Προέλευση : από το τουρκ. yangin = πυρκαϊά.
γιαζίκ (επίρ.) : α. κρίμα, β. άδικος κόπος, γ. άς την ευχή! δ. Προέλευση : από το τουρκ. yazik, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256.
γιαλί (του) : α. το μπουκάλι αλλά και κάθε γυάλινο σκεύος (προσοχή όχι ο υαλοπίνακας, οι Επανομίτες τον λένε τζιάμʼ*), β. ο γλιστερός δρόμος ιδίως από πάγο, γ. η τηλεόραση, δ. το ματοκυάλι, ε. γιάλζμα (του) = 1. το καθρέφτισμα, 2. το στίλβωμα των παπουτσιών, 3. το στέγνωμα από τα νερά των σκευών με πανί, 
γιαμπάνς : με λίγο μυαλό
γιαπράκʼ : (του) : α. ο λαχανοντολμάς 
Γιαραμπής (ου) : α. ο Θεός, β. ο Αλλάχ, γ. Προέλευση : από το τουρκ. ya Rabbi = ώ Θεέ μου, πηγή : ΑΠΘ.
γιαρέντς (ου) : α. ο λεβέντης, β. ο εραστής, γ. ο γκόμενος.
γιασιά (επίφ.) : α. συγχαρητήρια, β. μπράβο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. yasa, πηγή : ΑΠΘ.
γιατάκʼ : α. το κρεβάτι, β. χώρος για ανάπαυση γ. το κατάλυμα δ. Προέλευση : από το τουρκ. yatak, πηγή : ΑΠΘ.
γιάντις : (ακλ. λ.) : α. είδος παιχνιδιού μνήμης που γίνεται με το κόκαλο του κοτόπουλου, το γιάντες, β. (lias : κατά τον κανονισμό βάζουμε στοίχημα και όποιος δώσει στον άλλο κάποιο αντικείμενο εκείνος και το πάρει χωρίς να πει τη φράση «γιάντις, το ξέρω» χάνει ), γ. το ξεγέλασμα.
γιλώ (ρ.) : α. γελώ, β. ξεγελώ, γ. απατώ, δ. Φράσεις : «ιμείς στνι Επανουμʼ γιλούμι τουν Μάρτʼ»,
γ(ι)νάτʼ (του) : α. το πείσμα, β. η οργή, γ. ο θυμός, τα νεύρα, δ. γινάτιασμα = νευρίασμα, ε. γινατιάζουμι (ρ.) = 1. θυμώνω, 2. εκνευρίζομαι, στ. Προέλευση : από το ελνστ. ινάτι, πηγή : ΑΠΘ.
γιόμα (του) : το μεσημέρι.
γιόμουσʼ (η) : η πανσέληνος.
γιουματίζου : γευματίζω
γιουμόζου (ρ.) : α. γεμίζω, β. πληρώνω, γ. χορταίνω, δ. γιουματίδγια (τα) = γεμιστές καραμέλες, γλυκά, σοκολάτες κτλ.
γιουρντάνʼ (του) : α. το περιδέραιο με χρυσά ή ασημένια φλουριά, β. το κολιέ, γ. Προέλευση : από το τουρ. gerdan = λαιμός<περσ. gerdenbend = περιδέραιο, ΑΠΘ.
γιουρτάζου (ρ.) : 1. εορτάζω, 2. δίνω σημασία, 3. υπολογίζω κάποιον, 4. φροντίζω κάποιον, (φράση : «μην τουν γιουρτάειζʼ αυτόν…» = μη του δίνεις σημασία) δ. γιουρτιάτκα (τα) = τα επίσημα, τα καλά ρούχα, 2. το σαλόνι (φράση : «γιορτιάτʼκους ουντάς» = το δωμάτιο υποδοχής των επισκεπτών που προετοιμάστηκε κατάλληλα, ε. (lias : Λαογραφικές σημειώσεις : Το γιουρτάσιου δεν ήταν απλώς ο εορτασμός της ονομαστικής εορτής κάποιου μέλους της οικογένειας. Το γιουρτάσʼ λίγο υπολείπονταν από το πανηγύρι. Οι ετοιμασίες ήταν πάμπολλες : λάτρα του σπιτιού, βάψιμο όλων των χώρων, ράψιμο κοστουμιού, ετοιμασία γλυκών και παρασκευή μεζέδων κλπ. κλπ. Ανήμερα της γιορτής δεν δούλευαν, εκκλησιάζονταν και μεταλάμβαναν, το τραπέζι ήταν πλουσιοπάροχο «γιουρτιάτκου» και τα πάντα ήταν άφθονα. Ελάχιστα διέφερε η γιορτή από το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα. Καμάρωναν οι Επανομίτες τη γιορτή τους, για τις υπόλοιπες απλά τις θεωρούσαν επετείους).
γιούφτους (επίθ.) : α. έντονα μελαχρινός άνθρωπος, β. σιδηρουργός, γ. ειρ. φιλάργυρος,
γιράνζμα : αναποδογύριζμα
γιρουντώ : ορμώ ,επιτιθεμαι
γιρούντ'μα : όρμήγμα, επίθεση
γκαβά (τα) : α. τα μάτια, β. τα ματογυάλια, γ. γκαβός (επίθ.) = 1. ο τυφλός, 2. ο βαρύς - βαθύς ύπνος, δ. γκαβώνου (ρ.) = τυφλώνω, (συνών. τζιβώνου), ε. γκαβάθκα (ρ.) = νύσταξα πολύ, στ. γκαβαμάρα (η) = 1. η τύφλα, 2. η κακοδαιμονία, 3. η αβλεψία, ζ. γκαβάδʼ (επίθ.) ο απρόσεκτος, η. γκαβαμένους (επίθ.)= ο σκανδαλιάρης, θ. Προέλευση : από το βλαχ. gavu, πηγή : ΑΠΘ.
γκαβανόζα : μαγυρικό σκεύος ,κατσαρόλα
γκαγκαράντζια (τα) : α. τα ξεραμένα κόπρανα των αιγοπροβάτων, β. (lias : λέμε και όσα κολλούν στο παντελόνι μας στην εξοχή), γ. Προέλευση : από το ρουμ. cacareadga , πηγή : Μαλούτας.
γκαζιά : μπίλια
γκαβός  τύφλός
γκαστριά (η) α. η εγκυμοσύνη, β. γκαστρουμένʼ (η) = η έγκυος, γ. γκαστρώνου (ρ.) 1. καταστώ έγκυο, 2. μετ. σκάζω κάποιον διότι καθυστερώ να τελειώσω κάτι, φράση : «σώνι! μας γκάστρουσις!» = λέγεται για τον πολυλογά.
γκάζʼ (του) : α. το καθαρό πετρέλαιο, β. το νοθευμένο οινοπνευματώδες ποτό, η «μπόμπα», γ. το υγραέριο, δ. γκαζώνου (ρ.) 1. πετρελαιώνω το κρεβάτι ή τις καρέκλες για την εξόντωση ή απώθηση των παρασίτων, 2. πατώ το γκάζι στο αμάξι ή στη μηχανή, 3. γεμίζω με πετρέλαιο, ε. Φράση : «γκάζ να γέντς» = να εξαφανιστείς, στ. Προέλευση : από το αρχαίο χάος, γαλ. Gaz, λατ. Chaos, πηγή : ΑΠΘ. γκαζιρό (του) : α. το δοχείο για τη μεταφορά και φύλαξη του πετρελαίου της γκαζόλαμπας, β. μετ. αυτός που πίνει οτιδήποτε αδιακρίτως, γ. γκαζόλαμπα (η) = το λαμπογυάλι με φυτίλι
γκαζόζα : α. το αναψυκτικό, β. η μπίλια του μηχανισμού που χρησίμευε ως πώμα των μπουκαλιών ανθρακούχων αναψυκτικών και ποτών, γ. ο βώλος της γκαζόζας με την οποία έπαιζαν τα παιδιά το παιχνίδι γκουργκόλια*.
γκαζντουνικές : τενεκές
γκαϊλές (ου) : α. η σκοτούρα, β. το ζόρι, γ. η στενοχώρια, δ. η σκασίλα, ε. καημός, στ. (Μαλούτας : φροντίδα, μέριμνα, βάσανο, - από το τουρ. gaile = στενοχώρια, καημός, βάσανο), ζ. (lias : προέρχεται από το καΐλα = σκοτούρα, πηγή : Δημητράκος). ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ!
γκαλιμανίτκα ; μαλαγανιές ,πονηριές
γκαϊρέτʼ (του) : α. η μεγάλη υπομονή, β. το κουράγιο, γ. το θάρρος, δ. Προέλευση : από το τουρ. gayret, πηγή : ΑΠΘ.
γκαλντιρίμʼ (του) : α. ο πλακόστρωτος δρόμος ή σοκάκι, β. το στενό λιθόστρωτο δρομάκι με ακανόνιστες πέτρες, γ. (Παπασιώπης : στενός χαλικόστρωτος δρόμος), δ. γκαλντιριμτζής (επίθ.) = ο πλανόδιος πωλητής, ε. γκαλντιριμτζού = η γυναίκα ελευθερίων ηθών, η τροτέζα γκαμάγκς (επίθ.) : α. ασουλούπωτος ψηλός και άχαρος άνθρωπος, β. Προέλευση : από την καμήλα>γκαμήλα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
γκαλιουρίζου : βλέπω πολυ λίγο
γκαμπλαρουμένους (επίθ.) : α. ο σφιχτοδεμένος, β. ο μπαγλαρωμένος, γ. ο πολύ καλά τυλιγμένος, δ. γκαμπλαρώνου (ρ.) = συλλαμβάνω, ε. Προέλευση : από το τουρκ. baglar, πηγή : ΑΠΘ.
γκανταλίζω (ρ.) : α. γαργαλώ, β. πειράζω κάποιον με λόγια χάριν αστεϊσμού, γ. το τσίγκλισμα κάποιου, δ. γκαντάλτζμα (του) = 1. η φαγούρα, 2. το γαργαλητό, ε. Προέλευση : από το ελνστ. γαργάλη, πηγή : ΑΠΘ.
γκαντέμς (επίθ.) : α. ο γρουσούζης, β. γκαντιμνιά (η) = η κακοτυχία, γ. Προέλευση : από το τουρ. kadem = καλή τύχη, πηγή : ΑΠΘ.
γκαραβέλια (τα) : α. τα μαυροπούλια, β. γκαραβέλας (επίθ.) = μελαψός, γ. Προέλευση : από κουτσοβλάχικη λέξη.
γκαργκαλιούμι (ρ.) : α. γελώ θορυβωδώς (Παπασιώπης), β. (lias : άκουσα : καρκαλιούμι και καρκαλνιούμι, δες καρκάλʼ*).
γκαρμπουλάχανου (του) : α. το λάχανο, β. Φράση : «σʼ έφαγα γκαρμπουλάχανου» = σε νίκησα, σε κατατρόπωσα, γ. Προέλευση : από το ελνστ. κράμβη, πηγή Α.Π.Θ.
γκατζαρός : κατσαρομάλης
γκατζόγρουνου : γουρούνι ατίθασο
γκβανώ : κουβαλώ
γκβάρα : θημωνιά (μια γκβάρα διμάτια)
γκβιδ(ι) : μικροπράγμα
γκέμια (τα) : α. τα ηνία, β. τα χαλινάρια, γ. Προέλευση : από το τουρκ. gem, πηγή : ΑΠΘ.
γκιζάπʼ (του) : δες κιζάπʼ*.
γκιζντάνʼ (του) : α. το κάτεργο, β. η φυλακή, γ. η επίπονη χειρονακτική εργασία, δ. Φράση : «μʼ έβαλαν στου γκιζντάν» = με ανάγκασαν να δουλεύω σκληρά, σε σκληρή δουλειά (π.χ. σιδεράς).
γκινίσʼ (του) : ξυλουργικό εργαλείο για το άνοιγμα αυλακιών στο ξύλο, (Σιαμπανόπουλος ).
γκιντέρʼ (του) : α. ο καημός, β. το βάσανο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. keder, πηγή : Ντίνας
γκιόλʼ (η) : α. μεγάλη λακκούβα με νερό, β. έλος,
γκιόσα (η) : α. μεγάλη γίδα που έπαψε να γεννάει, β. βρισιά σε γυναίκα, γ. Προέλευση : από το βλαχ. ghesu = μαύρη κατσίκα με καστανές ρίγες, πηγή : ΑΠΘ.
γκιουβέτσʼ (του) : α. πήλινο πλατύ και βαθύ σχετικά σκεύος με καπάκι, β.
γκιουβιτσάτου (του) = το φαγητό που ψήνεται μέσα στο γκιουβέτσι, γ. Προέλευση : από το τουρκ. guvec, πηγή : ΑΠΘ.
γκιουζέλ : όμορφο.
γκρουτσανστιά : γρατσούνισμα
γκούτμανους : καλοθρεμένος σκύλος. μεταφ. Και στους ανθρώπους ( έφαγες καλά έγινες σα γκούτμανους)
γκιούμʼ (του) : α. χάλκινο ή σιδερένιο κωνικό σκεύος με χερούλι, στενό λαιμό και πλατιά βάση για τη μεταφορά ή βράσιμο υγρών, β. μονάδα χωρητικότητας, β. Φράσεις : «του γκιούμʼ ταʼ Άη Νικόλα» = 1. ο μεθύστακας, 2. ο εύχρηστος, 3. ο κοινόχρηστος, 4. ο χαμάλης, «τρυπάει τα γκούμια» = είναι κοντός, «σβαρνίζʼ τα γκούμια» = περπατάει αργά σέρνοντας τα πόδια του, «βαραίν (ή κρούει) τα γκούμια = είναι κίναιδος γ. (πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 371. "τα γκιούμια χρησίμευαν για τη μέτρηση του τσίπουρου (ρακί) και του κρασιού … και ο φλαστήρας για το σφράγισμα του σιταριού στʼ αλώνια"), δ. Προέλευση : από το τουρκ. gugum, πηγή : ΑΠΘ, ε. (lias : η υδρία των αρχαίων ).
γιουρντάνʼ (του) : α. το περιδέραιο με ασημικά ή χρυσά φλουριά, (Παπασιώπης), β. το κολιέ, γ. δες και γιουρντάνʼ*.
γκισέμʼ (του) : α. κριάρι ή πρόβατο ή και περιστέρι που οδηγάει το κοπάδι, β. μετ. ο αρχηγός, γ. (Μ.Τ.Μ. : image makers,) δ. Προέλευση : από το τουρκ. kosem, πηγή : ΑΠΘ, ε. δες και γκιουζέμ*.
γκʼκ (επιφών.) : α. τσιμουδιά!, β. Φράση : «μην βγάντς γκ΄κ!» = μη βγάζεις άχνα!
γκλάβα (η) : α. χοντρό ή μεγάλο κεφάλι, β. ( σλαβ. glava ), .
γκλαβανή (η) : α. δίφυλλη οριζόντια πόρτα, συνέχεια του πατώματος, ξύλινη ή σιδερένια, που εμποδίζει την κάθοδο στο υπόγειο, β. τα ξύλινα παραθυρόφυλλα ή τα ρολά των καταστημάτων, γ. η καταπακτή, δ. μετ. τα ματοτσίνορα, ε. Φράσεις : «σφάλσαν οι γκλαβανές» = έκλεισε το μαγαζί, σχόλασε ή έπεσε έξω, «σφάλσαν οι γκλαβανές τʼ» = α. αποκοιμήθηκε, β. πέθανε, στ. Προέλευση : από το σλαβ. glavan, πηγή : ΑΠΘ.
γλιαμίρς :Ψιλός και αχαρος
γκλαμπάτσα (η) : α. αρρώστια των προβάτων, β. (Δημητράκος : διστομίασις), γ. Προέλευση : από το κουτσοβλαχικό galbeaza, αλβ. kelbaze, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 252.
γιουρέν(ι) : άγονο χωράφι
γκιώσμου : πρόκληση
γκιντ(ε)ρ(ι) : στεναχώρια
γκλίστρα : γλύστρα
γκόλιους (επίθ.) : α. ο γυμνός, β. (Μαλούτας : από το ρωσ. ΠΟΛbIN = χωρίς ρούχα).Ξιγκουλιαβίσκι : γδύθηκε
γκουγκουβέλʼ (του) : α. το κουκούλι του μεταξοσκώληκα, β. μετ. το αρχίδι.
γκούκʼ (επιφ.) : α. κίχ, β. σιωπή!, γ. Φράση : «γκούκ μη βγάλς» = μη μιλάς καθόλου.
γκουντρουγκλώ ; κατρακυλώ
γκουργκουλιάνους (ου) : α. στρόγγυλο δοχείο με στενό λαιμό, β. ο οισοφάγος, γ. Προέλευση : από το λατιν. gurgulio, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253.
γκούρλιακας (ου) : α. το μήλο του Αδάμ, β. το λαρύγγι, γ. (Ηλιαδέλης : γκίρλιακας : ο μικρός που «θέλει να τρανέψʼ», που θέλει να μεγαλοδείχνει).
γκόσ(ι)μου : σταμάτημα τροφής στον οισοφάγο
γκουρμπάτσʼ (του) : α. το μαστίγιο, β. Προέλευση : από το τουρκ. kirbac, πηγή : Ντίνας.
γκουρμπέτʼ και κουρμπέτʼ (του) : α. η πιάτσα, β. η απόκτηση εμπειρίας στο πεζοδρόμιο, γ. Προέλευση : από το τουρ. gurbet = ξενιτιά, πηγή : Χ.Χ.
γκουρμπέτς (επίθ.) : α. ο τσιγγάνος, β. ο περιπλανώμενος, γ. μετ. ο μαυριδερός , δ. Προέλευση : από ελνστ. γύρος.
γουστιρίτσα (η) = η μικρή σαύρα,
γκουτζιάμʼ (επίρ.) : α. μεγάλος, β. Φράση : «τι αντρέπισι, γκουτζιάμʼ πιδί είσι».
γκούτκας : σβέρκος
γκράς (ου) : α. παλιό οπισθογεμές τουφέκι, β. Προέλευση : από το όνομα του κατασκευαστή Γάλλου Gras, πηγή : ΑΠΘ.
γκρέκʼ (του) : σφήνα ή κόντρα στον αρμό της σύνδεσης γωνιακά δύο μαδεριών.
Γκρουτσανίσκα : γδάρθηκα
γκουργκουλιάνους και γκρʼτσιλιάνους (ου) : α. ο λαιμός των πτηνών, β. το μήλο του Αδάμ, ο οισοφάγος, γ. ο λάρυγγας, δ. γκ΄ρτσιμέγκας (ου) = άνθρωπος με ψηλό λαιμό.
γλέπου (ρ.) : α. βλέπω, β. υποθέτω, γ. μαντεύω, δ. Φράση : «γλέπου να τς τρως» = προβλέπω να φας ξύλο.
γλιντώ (ρ.) : α. γλεντώ, β. ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι, γ. τέρπω κάποιον, δ.
γλέντʼ (του) = η διασκέδαση μεταξύ φίλων ή γνωστών και συνήθως ρεφενέ, ε. Προέλευση : από το τουρκ. aglenmek., πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, # eglence = γλεντώ, πηγή : ΑΠΘ.
γλίστρα : (η) : α. η τσουλίθρα, β. ολισθηρό έδαφος ή βράχος, γ. και γκλίστρα (Παπασιώπης), δ. Προέλευση : από το ολισθαίνω > αόρ. α΄ ολίσθησα > γλίστρησα, πηγή : Δημητράκος.
γλουσουκουπάνα (η) : α. κουτσομπόλα, β. πολυλογού, γ. αυθάδης και θρασύς πολυλογάς -ού.
γλύκα (τα) : α. οι μικροί στρόγγυλοι μαύροι καρποί της γλυκιάς (έχουν μαύρη φλούδα και κίτρινο εσωτερικό με μεγάλο, σχετικά, κουκούτσι), β. το αίσθημα της σεξουαλικής ικανοποίησης, η γκ*φλα, γ. η απόλαυση.
γλώσσα (η) : α. το όργανο της ομιλίας, β. το υποβοήθημα ή όργανο για κάτι = 1. το υποβοήθημα για να φορέσουμε τα παπούτσια, 2. το εξάρτημα που τοποθετείται στο στόμιο των πνευστών (κλαρίνου, σαξόφωνου κτλ.) γ. γλουσσού = πολυλογού.
γνουριμία (η) : α. η συνάντηση δυο νέων με σκοπό το προξενιό, β. συνάντηση και επαφή δύο αγνώστων μέσω ενός κοινού φίλου, γ. Φράση : «έδουκα γνουριμία» = 1. συστήθηκα, 2. γνωρίστηκα, 3. έδειξα την ταυτότητά μου.
γνώμʼ (η) : α. η λογική, β. η άποψη, γ. η σωστή κουβέντα, δ. γνουμκός (επίθ.) = 1. ο σοφός, 2. ο λογικός, 3. ο έχων σωστή κρίση, ε. γνουμκά = 1. τα μυαλωμένα λόγια,
γούρνα (η) : α. η λακκούβα, β. το κοίλωμα, δ. το όρυγμα, ε. ο σκαμμένος λάκκος, ζ. ο χώρος ενταφιασμού της σωρού, . Προέλευση : από το αρχ. γρώνη = τρύπα, βαθούλωμα, πηγή : ΑΠΘ.

γουζέλ(ι) : μικρό κεφαλόπουλο
γουμάρʼ (του) : α. ο γάιδαρος, β. μετ. ο αναίσθητος, γ. ο σωματώδης και ανθεκτικός άνθρωπος, δ. γουμάρα (η) = 1. το ξύλο των χασάπηδων, 2. χιαστί κατασκευή για το κόψιμο των μεγάλων ξύλων , 3. η αναίσθητη γυναίκα, ε. γουμαρνός (επίθ.) = 1. ο τεράστιος (φράσεις : «γουμαρνές κιφτέδις» = κεφτέδες μεγάλου μεγέθους, «γουμαρνή τσούρα» = μεγάλο πέος), στ. παιδικά παιχνίδια : «κουτσή γουμάρα», «γουμάρα του σκυφτάκʼ», στ. Προέλευση : από το ελνστ. γομάριον < αρχαίο γόμος = φορτίο, πηγή : ΑΠΘ.
γουνατίζου (ρ.) : α. στηρίζομαι στα γόνατά μου, γονυπετώ, β. προσκυνώ τα Θεία, γ. καταβάλω κάποιον, δ. δεν αντέχω στο φορτίο (οικονομικό, ηθικό κτλ.) που επωμίσθηκα, ε. γουνάτζμα = 1. η Ιερή τελετή κατά την εορτή της Πεντηκοστής, 2. το πέσιμο με τα γόνατα, στ. Φράσεις : «έφαι ένα γουνάτσμα!» = ήρθαμε στα χέρια και τον νίκησα, «τν γουνάτσα!» = την γά**σα από πίσω.
Γουστιρίτσα : σαύρα
γούτους (ου) : α. αρσενικό περιστέρι που συνήθως δεν πετάει, β. προσβλ. μονόχνοτος άνθρωπος, γ. χαζός, άμυαλος, δ. ( Φράση : «είσι ντιπ γούτους» ).
γράδου (του) : α. μονάδα μέτρησης των οινοπνευματικών βαθμών, β. μετ. το γερό ποτήρι, ο μπεκρής, γ. γράδα (τα) = οι βαθμοί οινοπνεύματος σε κρασί ή τσίπουρο, δ.
γραδόμιτρου (του) = η συσκευή μέτρησης των βαθμών του κρασιού κτλ. ε. Προέλευση : από το ιταλ. grado, πηγή : ΑΠΘ.
γραμματ(ί)κʼ (του) : α. το ωδικό πουλί καρδερίνα, β. μετ. ή όμορφη δεσποινίδα, γ.
γραμματζμένους (επίθ.) : ο μορφωμένος.
γραμματʼκός (ου) : α. ο γραμματέας, ο γραφιάς, β. ο νομικός, γ. ο λογιστής, δ. ο μορφωμένος άνθρωπος που εξυπηρετούσε τους μη γνωρίζοντες γράμματα.
γραμμένου (του) : α. το πεπρωμένο, β. το μοιραίο, γ. το αναπόφευκτο, δ. κάτι το ωραίο και πολύ όμορφο ( παιδάκι, ρουχαλάκι, στολίδι κλπ. ), δ. (Νιάνια : γραμμένα = κάλτσες στολισμένες με ρίγες).
γραμμένους (επίθ.) : α. ο ωραίος, β. ο καλλωπισμένος, γ. ο περιποιημένος.
γραπατσώνου (ρ.) : α. πιάνω δυνατά και απότομα με τα νύχια, β. αρπάζομαι από κάτι απελπισμένα, γ. γραπατσώνουμι = 1. έρχομαι στα χέρια με κάποιον, δ. ( Τσότσιος = πιάνομαι από κάπου με χέρια και νύχια για να σκαρφαλώσω ).
γράφου : α. γράφω, β. συντάσσω επιστολή, γ. ψωνίζω βερεσέ απʼ τον μπακάλη, τον χασάπη κτλ. (και τα γράφω στο μπακαλοτέφτερο).
γρένου (ρ.) : το «άνοιγμα» του μαλλιού με την ειδική κατασκευή (lias : αποτελούνταν από ένα σκληρό κομμάτι κορμού στο οποίο κάρφωναν μυτερά καρφιά στη σειρά όπως ή κτένα).
γρέντα (επίρ.) : α. σέκος, β. ξαπλωμένος και ακίνητος.
γρίβας (επίθ.) : ο γκρίζος.
γρικώ (ρ.) : α. γνωρίζω, β. καταλαβαίνω, γ. Προέλευση : από το μσν. αγροικώ, πηγή : ΑΠΘ.
γριντώνουμι : α. πέφτω ξερός καταγής, β. αρρωσταίνω και πέφτω στο κρεβάτι, γ. γριντώνου = ρίχνω κάποιον καταγής. δ. δές και γρέντα*.
γρίπους : το δίχτυ
γρούνʼ (του) : α. γουρούνι, β. μετ. ο παλιάνθρωπος, β. (σημ. lias : γενικά οι Επανομίτες έτρεφαν μεγάλη … εκτίμηση για όλα τα ζώα, ήταν πολύ φιλόζωοι. Όταν θέλουν να βρίσουν, να ειρωνευτούν, να πειράξουν κτλ. κάποιον επιστρατεύουν τα ζώα για να αποδώσουν το ποιόν του : γουμάρʼ, φουράδα, σκλί, γρούν, μουσκάρʼ, πρόβατου, κατσίκα, αλεπού  και όλο το υπόλοιπο βασίλειο των πτηνών, ερπετών και ζώων. γ. γρουνίσιου = 1. χοιρινό κρέας, 2. ότι προέρχεται από το γουρούνι.
γρουνουπάτς(ι) : κεφάλι από γουρούνι
γυρνώ (ρ.) : α. επιστρέφω κάποιο αντικείμενο, β. αλλάζω γνώμη (φράση «μη μι τα γυρνάς»), γ. αλλάζω την όψη του υφάσματος κάποιου ρούχου, δ. περιφέρομαι, ε. ανταποδίδω, στ. αναστρέφω (γυρίζω το πάνω, κάτω ή το μέσα, έξω όπως π.χ. το ζυμάρι, το χωράφι, τον αρμόζμο κτλ., ζ. Φράση : «γυρνώ τα δαχλίδια» = διαλύω τον αρραβώνα, η. επιστρέφω από κάπου, θ. (σημ. lias ο Δημητράκος έχει 22 επεξηγήσεις στο γυρίζω ι. γύρα = 1. η βόλτα, 2. το κέρασμα της παρέας με τη σειρά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου