Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Ψ


ψαθάκʼ (του) : α. αντρικό ψάθινο καπέλο με στενό γύρο, β. μετ. ο ψωροπερήφανος, γ. άνθρωπος με μικρή υπόληψη, δ. (lias : ψαθάκια παλαιότερα οι Επανομίτες αποκαλούσαν τους Δημόσιους Υπάλληλους, διότι σχεδόν όλοι φορούσαν κάθε είδους καπέλα σε αντίθεση με τους ντόπιους που φορούσαν τραγιάσκες).
ψαλίθρα (η) : α. πρόχειρος χαρταετός χωρίς καλάμια και με δύο ζύγια, β. (Παπασιώπης: είδος χαρταετού. Γινόταν εύκολα με παντός είδους κόλλες χαρτιού με την προσθήκη μιας ουράς), γ. το σπάσιμο των μαλλιών στα δύο, δ. το μικρό ψαλίδι, ε. το σπάσιμο της άκρης της τρίχας στα δύο.
ψείρας (επίθ.) : α. ο σχολαστικός, ο λεπτολόγος, β. ο φτωχός, γ. ο γεμάτος με ψείρες, δ. ο ψευτοπερήφανος, ε. ψειριάρς (επίθ.) = αυτός που ενώ είναι φτωχός θέλει να επιδεικνύεται, στ. ψειρίζου (ρ.) = εξετάζω ακόμα και τις ασήμαντες λεπτομέρειες, ζ. ψειρού (η) = η φυλακή, ζ. Προέλευση : από το αρχ. φθείρ, πηγή : ΑΠΘ.
ψίλους (ουδ. ουσ.) (του) : α. το ανάστημα, το μπόι, β. ψίλους (ου) = ο ψύλλος (το παρασιτικό έντομο).
ψισνός (επίθ.) : α. ο αδιάθετος από το χτεσινοβραδινό ξενύχτι, ποτό κτλ., β. ο χτεσινοβραδινός.
ψίχα (η) : α. το εσωτερικό του ψωμιού, β. το ψίχουλο, γ. το εσωτερικό των ξηρών καρπών (καρυδόψιχα, αμυγδαλόψιχα, φουντουκόψιχα κτλ.), δ. η ελάχιστη ποσότητα.
ψιχουλόους : το φαράσι
ψιχουλόους : φαράσι
ψουμί (του) : α. το καρβέλι, το ψωμί, ο άρτος, β. η σάρκα των φρούτων, γ. μετ. το κέρδος, το όφελος (φράση : «έχʼ ψουμί η δλειά αυτήν!» = έχει μεγάλο κέρδος).
ψουμουλίμου (επίθ.) : α. η φτωχιά γυναίκα, β. η ζητιάνα, γ. η αχόρταγη και αρπάχτρα γυναίκα.
ψουμουμέσαλου (η) : το πανί που τοποθετούνταν στην πινακωτή, από επάνω του τοποθετούσαν τα καρβέλια (πλαστά) και με τις πτυχές που περίσσευαν τα σκέπαζαν για να μεταφερθούν στο φούρνο.
ψουμουσάνδου (του) : α. η πινακωτή, β. το σανίδι μεταφοράς του ψωμιού.
ψουμόφκιαρου (του) : ξύλινο επίπεδο φτυάρι με μακρύ κοντάρι για το φούρνισμα του ψωμιού ή των ταβάδων.
ψούνους (του) : αγόρασμα ,ψωνισμα
ψόφους (ου) : α. ο πολύ κρύος καιρός, β. η παγωνιά, γ. ο θάνατος ζώου (lias : όταν αναφέρεται σε θάνατο ανθρώπου είναι υβριστικό : «κακό ψόφου νάχς»), δ. ψόφχιους (επίθ.) = 1. ο υπερβολικά κουρασμένος, ο ξεθεωμένος, 2. ο άτολμος, 3. ο άψυχος, 4. ο επιθυμών κάτι υπερβολικά (φράση : «ψουφώ να πααίνου σπίτʼ ν' αράξου!»).
ψυχρούδα : κρύο
ψ΄χη : ψυχή
ψώρα (η) : α. η δερματοπάθεια, β. η συνήθεια, η ασχολία ή το χόμπι που δύσκολα μπορεί να αποβληθεί, γ. Φράσεις : «τουν τσάκουσιν μνιάν ψώρα μι του γήπιδου !», «ιέχʼ ψώρα μι τα χαρτιά», .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου