Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Από το τότε ...στο σήμερα......
Α


Aαα..... : (άφωνο), κατανόηση.
Άαααα!!!…. : α. σαρκασμός, ειρωνεία, β. θαυμασμός.
Α-ά (αά) : α. μάλιστα, β. ναι.
Α : (στιγμιαίο), α. ορίστε ; , β. έ ;.
Ά : λύση απορίας.
A ; : ερώτηση.
Α… . : συγκατάβαση. Άι ρα = άντε, τι είναι αυτά που λες, δεν τα πιστεύω, Άου = επιφώνημα εκπλήξεως και ντροπής. Γενικά όλα τα φωνήεντα αποκτούν διαφορετικό νόημα ανάλογα με τον τρόπο που εκφέρονται, αλλά και τις κινήσεις των χεριών που τον συνοδεύουν.
αβάντα (η) : α. η δόλια υποστήριξη, β. η μίζα, (σε περιπτώσεις πλειστηριασμού υπάρχει κάποιος που «πετάγεται» πρώτος και πλειοδοτεί παρασύροντας το θύμα να πλειοδοτήσει περισσότερα και παίρνει, στο τέλος, μίζα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «παπά» (εδώ παπάς, εκεί παπάς πού είναι ο παπάς; Τότε κάποιος «μιλημένος» ποντάρει και κερδίζει πάντοτε ώστε να ξεγελαστούν και οι άλλοι περίεργοι), γ. Προέλευση : από το ιταλ. avanta = καυχιέμαι, πηγή : ΑΠΘ.
αβάντσου (του) : α. η παραχώρηση πλεονεκτήματος στον αντίπαλο από τον, θεωρητικά, ισχυρότερο, β. μπροστάντζα, προκαταβολή, γ. Προέλευση : από τα ο ιταλ. avanzo, πηγή : ΑΠΘ .
άβαρτους : (επίθ.) α. ο αχτύπητος, β. μετ. ο καλοπερασάκιας, γ. Προέλευση : από το αρχ. α+βαρώ, πηγή : ΑΠΘ.
αβάσταγους και αβάσταχτους (επίθ.) : α. ο ασυγκράτητος, β. ο ανυπόμονος, γ. ο ανυπόφορος, δ. ο ασήκωτος, ε. μεταφ. = ο νταής.
αβγάτσμα (τʼ) : α. αύξηση, β. μεγάλωμα, γ. αβγατένου (ρ.) = 1. μεγαλώνω, 2, αυξάνω, 3. πληθαίνω, δ. Προέλευση : από το αρχ. εγβατός, πηγή : ΑΠΘ.
αβγιούμι : αφηγούμαι
αβέρτα (επίρ.) : α. ανοιχτά, β. απεριόριστα, γ. χουβαρντάδικα, δ. απλόχερα, ε. Φράσεις : «ξουδέβʼ αβέρτα» (σε τρίτο πρόσωπο) = είναι σπάταλος, «Όι, αβέρτα λόια…» = μίλα μου στα ίσια, ανοιχτά, στ. συνων. ντάμπαρα λόια, ντόμπρα, ζ. Προέλευση : από το βενετ. averto = ορθάνοιχτος, πηγή : ΑΠΘ .
αβλόϊρας (ου) : α. αυλή που περιβάλλει το κτίριο του σπιτιού (αλλά και της εκκλησίας, του σχολείου κτλ.), β. η περιφραγμένη με τοίχο αυλή του σπιτιού, γ. ο περίβολος του κτίσματος, δ. Προέλευση : από το αυλή+γύρος.
αβτζής (ου) : α. κυνηγός, β. καλός σκοπευτής, γ. (τουρκ. avci, πηγή : ΑΠΘ).
αγάλ' (επίρ.) : α. σιγά – σιγά, β. μαλακά, γ. ήρεμα, δ. Προέλευση : από το ελνστ. αγάλιν, πηγή : ΑΠΘ.
αγαλαντζής (ου) : ο γανωτής.
αγάμτους (επίθ.) : ( υποτιμητική έως υβριστική λέξη ) : α. ο παρθένος -α, β. ο ανέραστος -η, γ. αυτός που τον χτύπησε η αγαμία στο κεφάλι.
αγαπητʼκός (ου) : α. ο εραστής, β. ο ερωμένος, γ. ο νταβατζής. αγαπητ'κιά = η ερωμένη.
αγαρινός (ου) : α. ο άπιστος β. αυτός που δεν τηρεί τα ήθη και έθιμα γ. ο Μωαμεθανός και ειδικότερα ο Τούρκος, δ. Προέλευση : από το Άγαρ. (Σημ. lias : ήταν η παλλακίδα του Αβραάμ που ο γιος της Ισμαήλ θεωρείται γενάρχης των Αράβων).
αγάς (ου) : α. Τούρκος αξιωματούχος (στρατιωτικός ή διοικητικός), β. (Χ.Χ. Τούρκος της περιοχής που ανήκε στη μεγάλη μάζα του πληθυσμού), γ. μετ. ο χάχας,
αγιάντς (ου) : α. φυτό που μοιάζει με την καντηλίνα (φασκόμηλο) και ανθίζει στα τέλη Ιουνίου, β. (lias) : το φυτό salvia sclarea.
αγγιό και αγγειό (τʼ) : α. δοχείο, χάλκινο οικιακό σκεύος για τη μεταφορά, βράσιμο ή μαγείρεμα υγρών (όχι φαγητού ή ποτού), β. το καθίκι των μικρών, γ. υβρ. παλιοτόμαρο, αισχρός άνθρωπος, δ. πληθ.
αγγιλουκρούουμι (ρ.) : α. ψυχορραγώ, β. έχω παραισθήσεις (το παραλήρημα των ετοιμοθάνατων), γ είμαι ετοιμοθάνατος
αγγόνʼ (τʼ) : α. το εγγόνι, β. αγγουνή = η εγγονή, γ. Προέλευση : από το αρχαίο έγγονος, πηγή : ΑΠΘ.
αγγουνάρʼ (του) : μεγάλη παραλληλεπίπεδη πέτρα για τη στήριξη των εξωτερικών πέτρινων γωνιών των εξωτερικών τοίχων του σπιτιού.
αγιάζʼ (τ΄) : α. πρωινή ή βραδινή υγρασία με διαπεραστικό κρύο, β. η πάχνη, γ. Προέλευση : από το τουρκ. ayaz, πηγή : ΑΠΘ.
αγίασμα (τʼ) : α. το νερό που αγίασε ο παπάς β. το νερό πηγής κοντά σε εκκλησία, μοναστήρι κτλ. γ. μετ. το εκλεκτό ποτό και ιδίως το τσίπουρο.
αγιάρʼ (τʼ) : α. το υπόδειγμα με το οποίο διαπιστώνει η αγορανομία αν η ζυγαριά ζυγίζει επακριβώς, β. η υποδιαίρεση μίας κλίμακας μέτρησης (χάρακα, μέτρου κτλ.), γ. η χαραγή του μέτρου ή του κανόνα του κανταριού, δ. η σύγκριση, ε. Φράση : «είνι στ΄αγιάρ» = είναι σωστά ζυγισμένο, στ. (τουρκ. ayar), ζ. (lias : παλαιότερα συνηθίζονταν οι έλεγχοι των ζυγαριών των καταστημάτων από την Αστυνομία. Ο κ. Υπάλληλος, που ήταν αρμόδιος, είχε υποδείγματα μέτρου, κιλού κλπ. και με αυτά έλεγχε τις ζυγαριές και, εφ΄ όσον ζύγιζαν εντάξει τις σημάδευε με μία μολυβένια σφραγίδα. Τα υποδείγματα τα ονόμαζε αγιάργια ).
αγιαστούρα (η) : α. μάτσο βασιλικού μαζί με το Σταυρό με το οποίο ευλογεί, ραντίζοντας με τον αγιασμό στο κεφάλι ο παπάς, το εκκλησίασμα, β. μετ. σταυροειδές ξύλο για ξυλοκόπημα.
αγκαλιά (η) : α. η αγκαλιά β. η ποσότητα που μπορούν να κρατήσουν τα δύο χέρια, γ. Φράση : «μια αγκαλιά τσάκνα», δ. Προέλευση : από το αρχαίο αγκάλη, πηγή : ΑΠΘ.
αγκάλιασμα (τ΄) : α. το σφίξιμο κάποιου με τα δύο χέρια, β. το άγριο μάλωμα, γ. Φράση : «πέ ου ένας, πέ ου άλλους στουν πάτου αγκαλιάσκαν» = μάλωσαν άσχημα.
αγκιλώνου (ρ.) : α. γαντζώνω, β. τσιμπώ, γ. συνών. : γραπατσώνου, θλικώνου, αδράχνου, κτλ. δ. Προέλευση : από το αρχαίο αγκυλώ = λυγίζω, γωνιάζω, πηγή : ΑΠΘ.
αγκαίους (τʼ) : α. το αποχωρητήριο, β. το καμπινέ (Παπασιώπης), γ. συνών. ου χαλές, ου απόπατους, του μέρους, ου απουτέτχιους.

αγκόνας (ου) : α. ο αγκώνας του χεριού β. Προέλευση : από το αρχ. αγκών, πηγή : ΑΠΘ.
αγκόρτσου (του) : α. το άγριο μπολιασμένο αχλάδι, β. (Παπασιώπης = αγριάχλαδο), γ. Προέλευση : από το βουλγ. gornica, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255.
αγκοουρτσιά : το δένδρο που βγάζει τα αγκόρτσα
αγκουνή (η) : α. η γωνία, β. το σημείο ένωσης δύο τοίχων, γ. Προέλευση : από το ελνστ. αγκωνή, πηγή : Δημητράκος.
αγκούσα (η) : α. δύσπνοια, β. αγκομαχητό, γ. αγωνία, δ. το άγχος, ε. η στενάχωρη διάθεση, στ. η δυσφορία, ζ. η μεγάλη ζέστη – καύσωνας. η. Προέλευση : από το ιταλ. angossa, πηγή : ΑΠΘ, θ. (lias : γιατί όχι από το άγχος ; )
αγλέουρας (ου) : α. αυτός που τρώει όσα και ότι βρει μπροστά του, β. Προέλευση : από το αρχαίο ελλέβορος, πηγή : ΑΠΘ.
αγλίφου : γλύφω
αγνάντιμα (τʼ) : α. παρατήρηση της θέας από ψηλά, β. το παρατηρητήριο, γ. Προέλευση : από το έναντι, πηγή : ΑΠΘ.
αγριάδα (η) : α. τα παράσιτα των χωραφιών, β. οι χοντροκομμένοι τρόποι κάποιου, γ. η επιδείνωση του καιρού, δ. η αγριότητα της έκφρασης κάποιου, ε. χωρικός και ιδιαίτερα ο ορεσίβιος, στ. ο τραχύς, ζ. Προέλευση : από το μσν. αγριάδα<άγριος, πηγή : ΑΠΘ. αγρατσούντστους (επίθ.) : α. αυτός που δεν προσπάθησε, β. αυτός που δεν μόχθησε, γ. ο αχαΐρευτος, δ. Φράση : [/i]«ίιι, αυτήν έχ' τουν απλάτʼς αγρατσούντστου»[/i] = είναι ανοικοκύρευτη, ε. Προέλευση : από το ήχο «γράτσ-γράτς», πηγή : ΑΠΘ. άγριμα (τʼ) : α. νευρίασμα, β. αγρέβου (ρ) = 1. ξύνω και κάνω μία επιφάνεια τραχεία, 2. νευριάζω - είμαι έτοιμος για μάλωμα, γ. επιδείνωση μια κατάστασης, δ. αγρίεμα, ε. Φράση : «άγριψι ου κιρός» = επιδεινώθηκε ο καιρός.
αγρόγκουρτσου (τʼ) : α. το άγριο αχλάδι, β. μετ. άνθρωπος με ιδιότροπους τρόπους, γ. Προέλευση : από το βουλγ. gornic = άγρια αχλαδιά, πηγή : ΑΠΘ, δ. (lias = γιατί όχι από το αγριόκαρπος; )
αγριντιά (η) : α. μακρύ ίσιο καδρόνι που στερέωνε στην κορυφή της σκεπής, β. ο στυλοβάτης, γ. μετ. ψηλός και λεπτός άνθρωπος.
αγροικώ και γρικώ* (ρ.) : α. ξέρω, β. γνωρίζω, γ. σκαμπάζω, δ. καταλαβαίνω. αγρουκόρτσου και αγρόκουρτσου (του) : α. αγοροκόριτσο, β. ατίθασο κορίτσι,.
άγριους (επίθ.) : α. ο πρωτόγονος, ο ανεξημέρωτος (άνθρωπος, ζώο η φυτό), β. ο ατίθασος, ο ακαλλιέργητος, γ. ο δυνατός, ο τραχύς δ. ο σκληρός, ε. Φράσεις : [i]«άγριψι του χιόν'»[/ι] = δυνάμωσε η χιονόπτωση, «άγριους σουβάς» = χοντρό σοφάτισμα του τοίχου, «άγριου ύφασμα» = τραχύ, χοντροπλεγμένο ύφασμα, στ. συνών. αγράδα*.
αγρουτζιόμπανους (ου) : α. άνθρωπος με ταλαιπωρημένη και άσκημη εμφάνιση από την κακουχία και τη στέρηση, β. μετ. ο αγενής, ο ακοινώνητος, γ. αυτός που κατέβηκε από τα βουνά.
αγύρστους (επίθ.) : α. ο διάβολος αλλά και ο θάνατος, (βρισιά : «να παένς στουν αγύρστου» = να πάς στο διάβολο), β. ο ισχυρογνώμων, γ. Φράση : «Εχ(ι) ένα αγύρστου κιφάλʼ» = για τον ισχυρογνώμονα. αδγιάζουμι (ρ.) : α. βιάζομαι, β. αδγιάζου = ευκαιρώ, δ. Φράση : «δεν αδγιάζου τώρα» = δεν ευκαιρώ, ε. Προέλευση : από το αρχαίο βιάζω = ασκώ πίεση, πηγή : ΑΠΘ, (άντε>άι + βιάζομαι ).
αδιάζμους (ου) : α. ο δυόσμος ή το άισμα*, β. Προέλευση : από το ηδύοσμος > εύοσμος.
αδίμʼτου (του) : χοντρό, πυκνοϋφασμένο ύφασμα.
αδιρφουμίρʼ (του) : α. το μερίδιο της περιουσίας κάθε αδελφού, β. (σημ. lias : όχι αδελφής διότι αυτή έπαιρνε προίκα).
αδουκιούμι (ρ.) : α. θυμάμαι, β. αναπολώ, γ. Προέλευση από το αρχαίο δοκώ, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 247, Τσότσος : από το δοκέομαι – δοκεί μοι = μου φαίνεται, νομίζω, σ. 237.
αδράχνου (ρ.) : α. αρπάζω, πιάνω κάτι δυνατά με τα χέρια για μη μου ξεφύγει, β. αρπάζω με βιαιότητα, γ. χουφτώνω, δ. επωφελούμαι, ε. (του) άδραχμα ή δράξιμου = το δυνατό πιάσιμο από κάτι, στ. Φράση : «τουν έδραξα απ΄ τουν λιμό», από το αρχαίο δράσσομαι, Δημητράκος – ΑΠΘ /// Τσότσος : από το μσν. δράχνω.
αδράχτ' (τ΄) : α. μακρουλό στρόγγυλο ξύλο στο οποίο τυλίγεται κατά το γνέσιμο το μαλλί, β. η άτρακτος με την οποία τυλίγουν το νήμα του αργαλειού, γ. Προέλευση : από το ελνστ. άτρακτος – αρχαίο άδρακτος, πηγή : ΑΠΘ.
αδραχτιά (η) : α. η ποσότητα μίας χούφτας, β. το τυλιγμένο νήμα μαλλιού, γ. Προέλευση : από το αρχαίο δραξ, πηγή : ΑΠΘ.
αζμπόρτστους (επίθ.) : α. ο αδιάφορος, β. ο χαβαλέ τύπος ανθρώπου, γ ο ανίδεος, δ. ο ακοινώνητος, ε. ο αμίλητος, στ. ο άνθρωπος που δεν έχει τρόπους (πηγή: anna67@ giapraki.com), ζ. (σερβ. ajbor, πηγή : Μαλούτας).
αζούρστους (επίθ.) : α. ο άνετος, β. ο αεράτος, γ. αυτός που δεν δυσκολεύτηκε, δ. αυτός που βολεύτηκε με μεγάλη προίκα ή καλή κληρονομιά.
αητόςʼ (του) : α. το ξεφτέρι, β. ο ικανός άνθρωπος.
αθέρας (ου) : α. η απείραχτη ακμή του ξυραφιού ή του μαχαιριού, β. το εκλεκτότερο τμήμα ενός είδους, γ. η αφρόκρεμα, δ. Προέλευση : από το αρχαίο αθήρ, πηγή : ΑΠΘ.
άιντι – άιντι (φράση) : α. με την έκφραση αυτή ο ακροατής μπορεί να εννοήσει αν ειπωθεί «άιντι, άιντι» σημαίνει = άντε, άφησέ τα.
αϊράνʼ (η) : α. το ξινόγαλο, β. η αριάνη, γ. πρόβειο γιαούρτι αραιωμένο με νερό, δ. αραιή διάλυση τσιμέντου για την πλήρωση των τυχόν κενών του κυρίως τσιμέντου, ε. lias : αϊράν ξέρω ότι είναι το νερουλό ξέρασμα κάθε υλικού που συμπιέζεται και συνήθως πετιέται, (όπως το περισσευούμενο νερό από το τσιμέντο, το τυρόγαλο από το τυρί που πήζει κτλ.), στ. Προέλευση : από το τουρκ. ayran, πηγή : ΑΠΘ, ζ. (lias : γιατί όχι από το αήρ;.)
αϊρκό (του) : α. το αερικό, β. το φάντασμα.
αΐσκιουτους (επίθ.) : α. ο ατρόμητος, β. ο άχαρος, γ. ο άνθρωπος που δεν φοβάται, δ. το άτομο χωρίς κύρος και σοβαρότητα, ο ανυπόληπτος, ε. (Χ.Χ. = ο άνθρωπος που τριγυρνάει το βράδυ χωρίς να φοβάται το ίσκιουμα).
α:iτός : χαρταετός
ακουμπέτʼ : (επιφ.) : α. και μετά ; β. τέλος πάντων, γ. πράγματι! δ. Προέλευση : από το τουρ. akibet, πηγή : Χ.Χ.
ακλάγκαθου : 1παρονυχία 2 μολυνση του νυχιού
άκλουθου (του) : α. ο υμένας που τυλίγει το νεογέννητο ζώο, β. ο υμένας.
ακόλλα (η) : α. διπλή κόλλα αναφοράς (πηγή : Νιάνια), β. άριγη κόλλα χαρτιού (πηγή : Χ.Χ.).
ακόπχιαστους (ου) : α. ο ακατάδεχτος, β. ο καλεσμένος που δεν έρχεται.
ακουμπώ (ρ.) α. αγγίζω κάποιον, β. στηρίζομαι κάπου, γ. κοντεύω να πετύχω κάτι, δ. "τς ακουμπώ" = πληρώνω τους λογαριασμούς μου.
ακοινόντστους (επίθ.) : α. ο ακοινώνητος, β. δες και κουνουστώ*.
αλαμπουρνέζʼκα (τα) : τα ακαταλαβίστικα λόγια, λέξεις κτλ.
αλαμπρατσέτα (επίρ.) : α. αγκαζέ, β. με συνοδεία, γ. Φράση : «τουν πήγαν αλά μπρατσέτα» = τον συνέλαβαν και τον πήγαν στο τμήμα πιάνοντάς τον από τα χέρια δύο άτομα.
αλάνʼ (τʼ) : α. το αλητόπαιδο, β. ο αλήτης, γ. αλανιάρς (επίθ.) 1. ο αλητόβιος, 2. το άτομο που προτιμάει την εξωοικογενειακή ζωή.
αλαντάμ-παπαντάμ : α. φράση που σημαίνει το πατροπαράδοτο ( έθιμο, συνήθεια κλπ. ) β. από ανέκαθεν, από απροσδιόριστο χρόνο, γ. πάππου προς πάππον, δ. συν. μπαμπάμ – μπαμπαντάμ.
Αλμπίσκα :λιμπίστικα
αλαντζιάς (ου) : α. χοντροπλεγμένο και ανθεκτικό ύφασμα. (Προέλευση από το τούρκ. alaca [πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256], β. το ρούχο που έγινε με αλατζιά, γ. (Δημητράκος : το βαμβακερό ύφασμα ποικίλων χρωματιστών ραβδώσεων), δ. (ΑΠΘ : βαμβακερό ύφασμα κατώτερης ποιότητας).
αλατζιάκ - βιριτζέκ : (φράση) : α. οι δοσοληψίες, β. το πάρε – δώσε, γ. το αλισβερίσι.
αλάφχιασμα (του) : α. η αναστάτωση, β. το τρόμαγμα.
αλαφρός (επίθ.) : α. ο ελαφρύς, β. ο χαζός, γ. ο ελαφρόμυαλος, δ. αλαφρά = 1. η επιπόλαιη γυναίκα, 2. η γυναίκα με εφήμερους έρωτες, ε. Φράσεις : «αλαφρά γιουρτή» = είναι ελαφρόμυαλος, «ζγιάζʼ απʼ τς αλαφρές» = 1. είναι χαζός, 2. κλέβει στο ζύγισμα με το καντάρι,
αλιάγας (επίθ.) : α. ο ανεπιθύμητος, β. ο διπρόσωπος, γ. αυτό που λέει πολλά αλλά δεν πρέπει να του δίνεται εμπιστοσύνη.
αλιβρίτς (ου) : α. η στοματίτιδα, β. αρρώστια των δημητριακών, γ. (lias : τα στελέχη και τα φύλλα του σιταριού παίρνουν ένα λευκό και χνουδωτό άσπρο χρώμα σαν να αλευρώθηκαν).
αλιμούρα (η) : α. το πλιάτσικο, β. ή βίαιη αρπαγή, γ. Προέλευση : από το λιμός = μεγάλη πείνα.
αλισβιρίσ(ί) : δοσοληξία
αλιχτώ (ρ.) : α. φωνάζω, β. ουρλιάζω, γ. γαβγίζω.
αλμπάνς (ου) : α. ο πεταλωτής β. μετ. ο ατζαμής, ο άπειρος (κουρέας, γιατρός, ράφτης, κτλ.), γ. Προέλευση : από το περσ. nalbant , πηγή : ΑΠΘ.
αλμπίζουμι :λιμπίζομαι
αλοίφου (ρ.) : α. βάφω, β. ασβεστώνω, γ. απλώνω βούτυρο, μαρμελάδα κλπ. σε μία φέτα ψωμιού, δ. πασαλείφω.
άλουγου (του) : α. το παράλογο, β. άλουγους = ο σχιζοφρενής, γ. (lias : δεν υπάρχει άλουγου = άλογο στα Επανομίτικα, τον ίππο, το άλογο δηλαδή, τον λέμε «πράμα»).
αλόυρα (επίρ.) : α. γύρω – γύρω σε κύκλο, β. ολόγυρα, γ. Φράση : «τουν ίφιρα αλόιρα» = τον τύλιξα, τον κατάφερα, τον έπεισα.
αλʼπού (η) : α. η αλεπού, β. πονηρός άνθρωπος, γ. Φράση : «ικατό η αλπού ικατόν δέκα τʼ αλπόπλου» = ο πιτσιρικάς που είναι παντογνώστης ή αντιρισίας.
αλ(ι)πούμι (ρ.) : α. θλίβομαι, β. λυπούμαι, γ. Φράση : «αλπούμι να του φουρλιάξου» = είναι κρίμα να το πετάξω.
αρτιρνώ (ρ.) : επαυξάνω.
άλτσους (ου) : α. χοντρή μεταλλική αλυσίδα, β. οι φουσκάλες του κρασιού στο ποτήρι (όταν είναι φρέσκο το κρασί από το βαρέλι φαίνεται να δημιουργείται αλυσίδα στο τοίχωμα του ποτηριού από τις φυσαλίδες ), γ. Προέλευση : από το βυζ. αλύσιον, πηγή : ΑΠΘ.
(τς) άλ(ι)φουρα (επίρ.) : α. πριν λίγο καιρό, β. τις προάλλες.
αμακατζής (επίθ.) : α. ο τρακαδόρος, β. αμάκα (επίρ.) = τζάμπα, γ. Προέλευση : από το βενετ. a maca = με έξοδα άλλου, πηγή : ΑΠΘ.
αμανάτ΄ : (του) : α. το ενέχυρο, β. το λάφυρο, γ. η εγγύηση, δ. η παρακαταθήκη, ε. μετ. το γεροντοπαλίκαρο ή η γεροντοκόρη, στ. Προέλευση : από το αράβ. emanet = αντικείμενο για φύλαξη πηγή : ΑΠΘ.
αμασκάλ(ι) : μασχάλη
αμαρκάλτστους (επίθ.) : α. το ζώο που δεν γονιμοποιήθηκε (δες μαρκάλα*), β. μετ. ο άνθρωπος που δεν έχει κάνει ακόμη sex.
αμάχ(η) : έχθρα 
αμίκους (επίθ.) : ο έντονα μελαχρινός (lias : οι νέγροι που πολεμούσαν μαζί με τους Γάλλους κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο).
αμπάρʼ (τʼ) : α. αποθηκευτικός χώρος για τα γεννήματα (και ιδίως του σιταριού) μέσα στο σπίτι που είχε ένα συρταρωτό πορτάκι στο κάτω μέρος τους για την εξαγωγή της απαιτούμενης ποσότητας, β. (τουρ. ambar, πηγή : ΑΠΘ ).
αμπάρα (η) : α. χοντρό κομμάτι ξύλου ή σίδερου που ασφαλίζει από το εσωτερικό μέρος την εξώπορτα του σπιτιού, β. αμπαρώνουμι (ρ.) = καταφεύγω και ασφαλίζομαι μέσα στο σπίτι μου, γ. αμπάρουμα (του) = το ερμητικό κλείσιμο, το σφράγισμα, δ. Προέλευση : από το ιταλ. barra, πηγή : ΑΠΘ.
αμπάρζα (επίρ.) α. ψάχνω παντού χωρίς διάκριση, β. το παιδικό παιχνίδι «σκλαβάκια», γ. παίρνω σβάρνα, δ. Φράση (στο παιδικό παιχνίδι κρυφτούλι) : «φτού! πέρνου αμπάρζα κι βγένου», ε. Προέλευση : από το αλβ. ambares, πηγή : ΑΠΘ.
αμασκάλʼ : (επίρ.) : α. παραμάσχαλα, β. στον κόρφο.
αμπόλιασμα (τʼ) : α. ο εμβολιασμός β. μετ. ο αρραβώνας. (πηγή : Νιάνια), .
αμπόλʼ = μετ. το κολλητήρι, ο άνθρωπος που δεν μπορείς να απαλλαγείς απ΄ αυτόν, δ. Προέλευση : από το ελνστ. εμβόλιον, πηγή : ΑΠΘ.
άμπουρους (ου) : α. ο αχνός του φαγητού, β. ο υδρατμός, γ. η ομίχλη.
αμπράσκους : (επίθ.) : α. ο ασχημάνθρωπος, β. ο ψηλός και άχαρος άνθρωπος.
αμπρέ (επιφ.) : α. σιγά πού …, β. μωρέ, γ. βρε.
αμσίσκα : (ρ.) : α. βαρέθηκα, β. σιχάθηκα, γ. σε μίσησα με την συμπεριφορά σου (Γ. Παφίλης), δ. Προέλευση : από το μισώ, πηγή : Π.Λ.Μπ..
ανάβαλμα (του) : α. η συκοφαντία, β. η διαβολή.
αναβουδίζου (ρ.) : στερεώνω το στημόνι στον αργαλειό.
ανάκαρα : αντοχή
ανάμ(ι) ; σημαντικό γεγονός ,αξέχαστο
ανικούκουρδα (επίρ.) : α. στηρίζομαι στα γόνατά μου, σταυροπόδι, β. σχεδόν οκλαδόν, γ. κάθομαι στα γόνατα, δ. Προέλευση : από το ελνστ. κλωκυδά<αρχ. οκλαδόν, πηγή : ΑΠΘ.
ανάλαγους (επίθ.) : α. ο ντυμένος με πρόχειρα, καθημερινά ρούχα και δεν μπορεί να επισκεφτεί κάποιον.
αναλύσʼ (η) : α. η ρευστοποίηση στερεών (βουτύρου, κεριού, χιονιού κτλ.) με θερμότητα, β. το λιώσιμο, γ. το διάλυμα (Νινιά), δ. αναλνώ (ρ.) = λυώνω, ε. Προέλευση : από το αρχαίο αναλύω, πηγή : ΑΠΘ.
αναμμένους (επίθ.) : α. κατακόκκινος από το ζόρι, β. νευριασμένος (φράση : «αναμμένους φούρνους» = άνθρωπος έτοιμος να εκραγεί), γ. αναμούρα (η) = 1. έξαψη, 2. έντονος ερωτικός πόθος, δ. Προέλευση: από το ελνστ. άναμμα = μάζα φωτιάς, πηγή : ΑΠΘ.
απανσ΄ʼζ : (επίρ.) : αναπάντεχα, (ο τόνος στο σίγμα!).
ανασάτʼ (τʼ) : α. η αναφορά, β. η απόδοση λογαριασμού, γ. η απολογία, δ, η επεξήγηση, ε. Φράση : «σιγά μην τουν δώσου ανασάτʼ» = σιγά που θα του δώσω λογαριασμό για ό,τι κάνω.
ανασκούμπτζμα και ανασκούμπουμα (του) : α. μαζεύω τα μανίκια και πιάνω δουλειά με νερό (πλύσιμο πιάτων, ρούχων κτλ.), β. δραστηριοποιούμε για κάποια δουλειά, γ. Προέλευση : από το ελνστ. ανακομπώ (ανά+κόμπος), πηγή : ΑΠΘ.
ανασκυρνώ (ρ.) : α. συμμαζεύω, β. ευπρεπίζω, γ. συγυρίζω, δ. διευθετώ, ε. τακτοποιώ, στ. ανασκίρσμα (του) = 1. η περιποίηση του σπιτιού, 2. το συμμάζεμα των κλινοσκεπασμάτων, ρούχων κλπ., 3. η τακτοποίηση, ζ. Προέλευση : από το ανά+γύρος, πηγή : Δημητράκος.
αναστόμζμα (του) : α. η ανταπάντηση, β. η αντίρρηση, γ. το άνοιγμα τρύπας (στομίου), δ. Προέλευση : από το ελνστ. αναστόμωσις = έξοδος, πηγή : ΑΠΘ.
ανέδρανι :με χάλασε
άναυλα : ξαφνικά
ανιέδρανι : με χάλασε
ανιμουδούρα (η) : α. η εργασία στην ανέμη, β. άστατος καιρός, ανεμοστρόβιλος, γ. άστατος χαρακτήρας, δ. φουριόζος, ε. Προέλευση : από το άνεμος+δέρνω, πηγή : ΑΠΘ.
ανιμουπύρουμα (τʼ) : ο ερισύπελος, είδος δερματοπάθειας.
ανιμουσούρʼ (τʼ) : α. σωρός σκουπιδιών, πεσμένων φύλλων κλπ. που προήλθε από το φύσημα του αέρα, ο ανεμοστρόβιλος, β. λοφίσκος χιονιού που δημιουργήθηκε με τον αέρα, γ. Προέλευση : από το ελνστ. ανεμόσουρις, πηγή : ΑΠΘ.
ανιτάζω : παραπονιούμαι ,κατηγορώ
ανκώ : (ρ.) νικώ, (πηγή :Κώστας Κοντάνας).
αντάμα (επίρ.) : α. μαζί, β. αντάμουμα (του) = 1. η συνάντηση, 2. η συγκέντρωση φίλων, 3. η συνάθροιση, δ. Φράση : «δεν άφκιν τα δγιό αντάμα» = τα ανακάτεψε όλα, δεν άφησε τίποτε όρθιο, ε. Προέλευση : από την ελνστ. φράση εν τω άμα, πηγή : ΑΠΘ.
αντάρα (η) : α. πυκνή καταχνιά, β. ο θυμός, το νευρίασμα, γ. η συννεφιά, δ. η φούρια, ε. ανταριασμένος (επίθ.) = ο φουρκισμένος, στ. ανταριάζουμι (ρ.) = θυμώνω, ζ. Φράση : «έχου μνιά αντάρα…» = 1. έχω πολύ δουλειά που πρέπει να τελειώσει γρήγορα, 2. έχω πολλά νεύρα, η. Προέλευση : από το αρχαίο αναταράσσω, πηγή : ΑΠΘ.
αντέτʼ (τʼ). η συνήθεια, β. το πρέπον, γ. το έθιμο, δ. Φράσεις : «κοίτα μην σʼ απουμείν αντέτ» = πρόσεξε μη σου μείνει κακή συνήθεια, «έκαμιν όλα τʼ αντέτια» = τήρησε όλα τα έθιμα, ε. Προέλευση : από τον αρχαίο τύπο δέοντα, πηγή : ΑΠΘ.
αντζιάκ' : α. (;) δεν γνωρίζω τι σημαίνει. Το βρήκα στο ΙΝΒΑ, σελ. 256 και έχει προέλευση το τουρκικό ancak β. επί του πιεστηρίου (Καραντάνας) = 1. δεν φτάνει, 2. δεν υπάρχει, γ. Φράση στα τούρκικα : «αντζιάκ αϊράν, αϊράν ουσού».
αντράλα : ζάλη
αντηριούμι (ρ.) : α. ντρέπομαι, β. ψάχνομαι, γ. αναρωτιέμαι, δ. διστάζω, ε. κοιτάζω γύρω - γύρω, στ. Προέλευση : από το αρχαίο εντηρώ, πηγή : Π.Λ.Μπ.
αντί (τʼ) : α. γερό και μακρύ στρογγυλό ξύλινο εξάρτημα του αργαλειού για το τύλιγμα του υφάσματος, β. Φράση : «Θέλτς μι τʼ αντί» = θες γερό ξύλο, γ. Προέλευση : από το αρχαίο αντίον, πηγή : ΑΠΘ.
αντιρί (τʼ) : α. μακρύ ανδρικό επανωφόρι, β. δες παράρτημα αντρική φορεσιά*, γ. χιτώνας ποδήρης, ένδυμα αντρών (Παπασιώπης), δ. Προέλευση : από το τουρκ. anteri<αραβ. entari, πηγή : ΑΠΘ.
αντράλα (η) : α. η ζαλάδα, β. η σκοτοδίνη, γ. αντραλίζουμι (ρ.) = ζαλίζομαι, δ. Προέλευση : από το μονστ. αντραλεύω, πηγή Τσακνάκης, ε. συνών. : θουλούρα, ντουβουρλίγκα.
αντράδιρφους (ου) : ο κουνιάδος, (από το άντρας + αδελφός).
αξάμουμα (του) : α. το πονηρό χάδι σε γυναίκες, β. το χάιδεμα με τα χέρια, το χούφτωμα γ. το πασπάτεμα, δ. το ξάφρισμα ξένου ταμείου, ε. αξαμώνου (ρ.) 1. απλώνω χέρι, 2. βάζω χέρι (πονηρά), στ. Προέλευση : (από το ιταλ. examinare, ΙΝΒΑ, σελ 253), ζ. lias : από το αρχ. ρήμα αξαμώ, πηγή : Π.Λ Μπ.
αξούγκʼ (τʼ) : α. το λίπος των ζώων που συνήθως πετιέται, β. το ξύγκι, γ. Φράση (υποτιμητική για γέρο άνθρωπο) : «όλʼ αξούγκια είνʼ αυτός», γ. Προέλευση : από το αρχαίο οξύγγιον, πηγή : ΑΠΘ .
άξυνους (επιφ.) : α. άκουσε και μη μιλάς, β. σκασμός!, γ. (Χ.Χ. : άξι κι ξινός = μας κούρασε με το πολύ μίλημα).
αόκνιτους (επίθ) : α. ο ακούραστος, β. αυτός που δεν βαριέται, γ. ο ασταμάτητος, δ. αυτός που έχει μεγάλο ζήλο, ε. Προέλευση : από το αρχ. άοκνος = ζηλωτής, πηγή : ΑΠΘ.
αόρστους (επίθ.) : α. ο απρόθυμος, β. το άτομο που δεν δέχεται διαταγές.
άου ! : επιφώνημα μεγάλης (και δυσάρεστης, συνήθως θλιβερής) έκπληξης που επιτείνεται με το χτύπημα των χεριών στους μηρούς.
αούτους (επίθ.) : α. το άτομο ποντιακής καταγωγής ,
απανσούιζʼς (επίθ.) : α. ο βιαστικός (που κάνει μία δουλειά με το έτσι θέλω χωρίς να εξετάσει τις συνέπειες), β. ο προτρέχων, γ. ο ξαφνικός, δ. ο αφασιακός, ε. Προέλευση : από το τουρκικό apaniz, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, /// Χ.Χ. apansiz.
απαντές : (οι) : α. (στον πληθυντικό) : συνεχόμενες, απανωτές και γρήγορες σφαλιάρες, γροθιές, κλωτσιές κλπ. β. Φράση : «άμα ʼρχινίσου τς απαντές !».
απουκάτʼ : (επίρ.) : από κάτω.
απκάζου : (ρ.) : α. συμπεραίνω, β. κατανοώ, γ. καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, δ. μαθαίνω, ε. γνωρίζω, στ. εννοώ, ζ. Προέλευση : από το απεικάζω, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 250.
άπλουμα (τʼ) : α. το κρέμασμα της μπουγάδας στο σκοινί, β. μετ. η αγγαρεία της μπουγάδας, γ. η ξάπλα, δ. η καταπάτηση και ιδιοποίηση μέρους του γειτονικού χωραφιού, ε. Φράση : «όι… άπλουμα κι αυτός!…» = για τον καταπατητή ιδίως χωραφιών.
απουλνώ : ελευθερώνω
απόλτσμα (τʼ) : α. το σχόλασμα, β. το αποτελείωμα, γ. το διώξιμο από τη δουλειά.
απόλυσʼ : (η) : το τέλος του εκκλησιασμού.
απόμνα (ρ. αόρ.) : α . έμεινα ανύπαντρος, β. έμεινα άφραγκος, γ. δεν έχω (ξύλα, τσιγάρα, βενζίνη κτλ ), δ. απουμνάρʼ (τʼ) = το υπόλειμμα.
απόπατους (ου) : α. το αποχωρητήριο, β. το αφοδευτήριο, γ. συνών. χαλές, αναγκαίους κτλ.
απόριγμα (τʼ) : α. το έμβρυο του ανεπιθύμητου μωρού που αποβλήθηκε, β. μεταφ. ο τιποτένιος άνθρωπος, γ. ο κοντοκαμωμένος.
απόσκιπα (τʼ) : α. σκιερά μέρη, β. μυστικά λόγια – λόγια μεταξύ εμπίστων.
απουγίρζμα (τʼ) : ανταπόδοση, (δες : Ηλιαδέλη : «η χαρά»).
Απουκρ(ι)ά : (η) : α. η Κυριακή της Τυρινής, β. απουκρές (οι) = το δωδεκαήμερο από την Τσικνοπέμπτη ως και την Καθαρά Δευτέρα, γ. απουκρέβου (ρ.) = νηστεύω ιδίως από κρέας, απέχω από το κρέας.
απουκρένουμι : (ρ.) : α. απαντώ, β. ανταποκρίνομαι.
απουλνώ (ρ.) : α. αφήνω, β. ξαμολάω (περιστέρια, παμπόρια, πουρδές, του ζνάρʼ κτλ.), γ. Φράσεις : «απόλνα ράμμα» = μη διστάζεις (να κάνεις, να πεις κλπ), «απόλκα τα μπλάρια» = έκανα εμετό.
απόστους : απάγγειο ,μέρος που δεν φυσάει αέρας
απουσταμός (ου) : α. η κούραση, β. απουσταίνου (ρ.) = κουράζομαι, γ. Προέλευση : από τον αρχαίο τύπο αφίστημι, αφ-ίστημι, παρατ. αφίστην, μέλλ. αποστήσω, αόρ. α΄ απέστησα, μέσ. ενεστ. αφίσταμαι, παρατ. αφιστάμην, μέλλ. αποστήσομαι, αόρ. α΄ απεστησάμην, αόρ. β΄ απέστην, .
απουτέτχιους (επίθ.) : (lias : εδώ μπορούμε να εννοήσουμε οποιοδήποτε ουσιαστικό ή επίθετο θέλουμε και δεν επιθυμούμε να το εκστομίσουμε είτε από ντροπή είτε από άγνοια. Όπως λέγοντας «μαραφέτ» εννοούμε κάθε εργαλείο έτσι και με το «απουτέτχιους» μπορούμε να εννοήσουμε τον κίναιδο, το πέος, τον λωποδύτη και πάει λέγοντας), β. (η γιαγιά μου απουτέτχιου εννοούσε το αποχωρητήριο).
αρά (επίρ.) : α. αραιά, β. ρα! (βρε, προσφώνηση σε άνδρες), γ. Φράση : «αρά κι πού» = στη χάση και στη φέξη.
αραβάντς (ου) : α. ο μεταφορέας, β. ο γρήγορος αχθοφόρος, γ. ο τριποδισμός του αλόγου, δ. Φράση : «ντάχτʼ τʼ αραβάνʼ» = κάνε γρήγορα, με γρήγορο τρέξιμο, ε. Προέλευση : από το τουρκικό rahvan, revan, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256.
αράδα (η) : α. η σειρά, β. η σειρά αναμονής, γ. (ως επιρ.) = συνεχώς, δ. Φράσεις : «αράδα συλουγιούμι» = 1. συνεχώς αναρωτιέμαι, 2. συνέχεια θυμάμαι, «μη τουν πέρς αράδα» = μην τον υπολογίζεις, «δεν τουν πέρς αράδα» = δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του κτλ., ε. (lias : τα καράβια που περιμένουν να ξεφορτώσουν έξω από το λιμάνι είναι «άροδο» = σε αναμονή).
αράδιασμα (του) : α. η ταξινόμηση, β. η λεπτομερής και κουραστική αφήγηση ασήμαντων ή και ανύπαρκτων γεγονότων, γ. η παράταξη.
αραδίζου (ρ.) = ψαχουλεύω τα ρούχα.
αραθμούμι : (ρ.) : α. νοσταλγώ, β. αραθίμσα = α. πεθύμησα έντονα κάτι, γ. θυμήθηκα.
αραθμους (επίθ.) : α. ο τεμπέλης, β. ο ράθυμος, γ. ο κακότροπος, δ. ο παλιοχαρακτήρας.
αραλίκʼ (τʼ) : α. το μπαλκόνι (στεγασμένος ανοιχτός χώρος στα παλιά σπίτια), β. το χουζούρι, γ. η τεμπελιά, δ. Προέλευση : από το τουρκ. aralik = διακοπή – παύση, πηγή : ΑΠΘ # Δημητράκος λέει αραλίκι = ευρυχωρία, άπλα.
αραμνιά ; θάμνος
αργαλιά (τα) : το εργαστήριο των γυναικών όπου γινόταν η επεξεργασία του μαλλιού και η ύφανσή του. Στον πληθυντικό γιατί συνήθως υπήρχε και δεύτερος αργαλειός στο σπίτι.
άργασμα (του) : α. η ζύμωση και ωρίμανση (π.χ. του αλευριού, του ψωμιού κτλ.), β. η επεξεργασία με τα χέρια, γ. άργαστους (επίθ.) = 1. ο ανώριμος, 2. ο ακατέργαστος, δ. αργασμένους (επίθ.) = 1. ο ώριμος, 2. ο κατεργασμένος, ε. Προέλευση : από το αρχαίο οργάζω, πηγή : ΑΠΘ.
αριάνʼ : δες αϊράνʼ.
αρίδα (η) : α. χειροκίνητο τρυπάνι, β. εργαλείο για την εξαγωγή κομματιού κολοκύθας σε πλέγμα για την παρασκευή γλυκού του κουταλιού (κουλουκθάτου), γ. η γάμπα, δ. η ωραία κορμοστασιά, το μπόι, ε. Προέλευση : από το αρχαίο αρίς, πηγή ΑΠΘ.
αρίτσιους (ου) : α. ο σκαντζόχειρος, β. μετ. ο έχων σκληρά μαλλιά και δεν χτενίζονται, γ. δεικτικό πειραχτήρι, δ. αρίτσιουμα (του) = ο μεγάλος θυμός, ε. αριτσιώνουμι (ρ.) = εξαγριώνομαι, στ. Προέλευση : από το λατιν. : ericeus, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253.
άρκλα (η) : α. το σεντούκι, β. η κασέλα, γ. χώρος φύλαξης του ψωμιού.
αρμάζου (ρ.) : α. κερδίζω σε τυχερό παιχνίδι χρήματα κυρίως, β. Προέλευση : από το ρημάζω ή το αρπάζω,
αρμόζμους (ου) : α. το ζουμί της αρμιάς, β. ο «αέρας» του σχοινιού του χαρταετού.
αρμινούδι : χαμόμηλλο
αρναυούτς (επίθ.) : α. ο πεισματάρης, β. ο άξεστος, γ. Αρβανίτης.
αρνίθα : κότα ( από το όρνιθα)
αρρουστκό (τʼ) : α. προσφορά φρούτων ή γλυκών σε άρρωστο, β. Φράση : «ίφιρις κάνα αρουσκό;» = ειρωνική έκφραση σε τρακαδόρο, τσαμπατζή.
αρουκάνστους : ο αδέξιος ,ο αμαθης,ο αγράμματος,
αρτιρμάς και αρτμάς (ου) : α. άλμα εις μήκος ( Παπασιώπης ), β. lias : ήταν παιχνίδι που πηδούσαν τα παιδιά άλμα εις μήκος ή άλμα τριπλούν χωρίς να παίρνουν φόρα.
αρτιρνώ (ρ.) : α. επαυξάνω, β. περισσεύω, γ. εξοικονομώ, δ. Προέλευση : από το μνστ. άρτιος Φράση : «μουνό δεν φτάνʼ!, ζυγό αρτιρνάει».
αρτιρμάς (ου) : α. το περίσσευμα της διανομής (που έμεινε άρτιο, δηλ. ολόκληρο και προορίζεται για εμάς ).
άρτσιουμα : ανατριχίλα ,ξεσήκωμα ,
αρχιδουκρέμασʼ (η) : α. ειρ. έως υβρ. άχρηστος και ανίκανος άνθρωπος για εργασία, β. ο γέρος που «κατέθεσε» τα γενετήσια όπλα, γ. η κήλη (ασθένεια).
αρχινώ : αρχίζω
ασιγούριφτους (επίθ) : α. ο ανήσυχος, β. ο τελειομανής, που ψάχνει και την παραμικρή λεπτομέρεια, γ. αεικίνητος που δεν εννοεί να καθίσει ήρεμος έστω και για λίγο, δ. ο ανασφαλής.
ασικλέτστους (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν χολοσκάει, β. ο άνθρωπος που δεν νοιάζεται εύκολα.
άσκαστους (επίθ.) : ο ανέμελος, αυτός που δεν αγχώνεται.
ασιούρστους (επίθ.) : α. ο άπειρος, β. ο αφελής, γ. Φράση : «ασιούρστου πλί» = το άπειρο μικρό παιδί, δ. (Μαλούτας : πουλί που δεν κελάηδησε ακόμη, νεοσσός), ε. Προέλευση : από το ελνστ. συρίζω, πηγή: ΑΠΘ.
ασκένουμι (ρ.) : α. σιχαίνομαι, β. απεχθάνομαι, γ. Προέλευση : από το ελνστ. σικχαίνω, πηγή : ΑΠΘ.
άσκουλτσούν : α. φράση επιδοκιμασίας : μπράβο λεβέντη μου!, β. μπράβο για την επιτυχία σου παλικάρι μου!, γ. συγχαρητήρια!
ασλάντς (ου) : α. ο μάγκας, β. το παλικάρι (όχι ο νταής), γ. ο ατρόμητος, δ. το λιοντάρι (Δημητράκος), ε. Προέλευση : από το τουρκικό aslan, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256.
άσουτους (επίθ.) : α. ο ανεξάντλητος, β. ο σπάταλος, γ. Φράσεις : «είνι άσουτους άσουτους» = άνθρωπος που σπαταλά συνέχεια (ατελείωτος άσωτος), «πίνʼ ( ή ρίχνʼ ) άσουτις» = για μεγάλο πότη.
άσπρα (τα) : α. βυζαντινά και τούρκικα νομίσματα μικρής αξίας.
αστουχώ (ρ.) : α. ξεχνώ, β. αστουχμένους και ξιαστουχμένους (επίθ.) = 1. ο αφηρημένος, 2. ο ξεχασιάρης, γ. αστουχνώ = πάσχω από άνοια, δ. δεν βρίσκω στόχο, ε. (από το ξεχνώ).
αστράφτου (ρ.) : α. λάμπω ολόκληρος, β. γυαλίζω τα ασημικά, υαλικά κλπ. που μοιάζουν με καινούρια, γ. χαστουκίζω με δύναμη κάποιον αναπάντεχα.
αστρέχα (ρ.) : α. υδρορροή, β. το αυλάκι που σχηματίζεται με τα νερά της βροχής που πέφτουν από τα κεραμίδια, (σημ. lias: προσωπικό βίωμα = παλαιότερα χωροθετούσαν τα όρια του οικοπέδου του σπιτιού), γ. το γείσο των κεραμιδιών όπου συγκεντρώνονται τα νερά για να καταλήξουν στο λούκι, δ. Προέλευση : από το σύνθετο ας+τρέχει.
ασφίρστους (επίθ) : α. ο άξεστος, β. αυτός που δεν έχει καλούς τρόπους, γ. αυτός που δεν χαμπαρίζει τίποτα, δ. ο αδέξιος, ε. ο χοντροκομμένος, στ. ο άψητος στη ζωή, ζ. ο ακοινώνητος.
ατζέμʼ (επίθ.) : α. περσικός, , β. (Μαλούτας : ατζέμʼ πιλάφʼ = πιλάφι μαγειρεμένο με την περσική συνταγή), γ. (lias : ατζέμ πιλάφ το λένε οι άσχετοι. Προέλευση : από το τουρκ. acem = περσικός, πηγή : ΑΠΘ.
ατσούμπαλους (επίθ.) : α. ο αδέξιος και ζημιάρης, β. ο ασουλούπωτος, γ. ο απεριποίητος, δ. Προέλευση: από το ελνστ. σιπαλός = άμορφος, πηγή : ΑΠΘ.
ατσκιά ; λουλούδι
αφαλός (ου) : α. ο ομφαλός, β. μεταφ. το κέντρο της πίτας, του κιχιού ή της μπουγάτσιας (μεγάλο στρόγγυλο ψωμί) κτλ. (lias : θεωρούνταν το εκλεκτότερο μέρος).
αφέντς (ου) : α. ο παπάς, β. το αφεντικό, γ. ο έχων το πρόσταγμα λόγω πείρας, ηλικίας ή αξιώματος, δ. ο μεγαλύτερος άνδρας στην οικογένεια (ο παππούς ή ο μπαμπάς), ε. Προέλευση : από το αρχ. αυθέντης = ο εξουσιάζων.
αφηρέθκα : ξεχάστηκα 
αφιόνʼ (του) : α. το όπιο, β. (Παπασιώπης : το ναρκωτικό, κάθε τι που φέρνει νάρκη : όπιο, μάκους κτλ.), γ. μετ. τα πολύ άγουρα φρούτα (κορόμηλα, μήλα, αχλάδια κτλ. που είναι πολύ ξινά και στυφά αν τα φας άγουρα).
άφιρτους : (επίθ.) : α. ακοινώνητος, β. άνθρωπος χωρίς τρόπους, γ. ο αγενής.
άφκιμι : (σύνθ. λ.) : α. άσε με στην ησυχία μου, β. ελευθέρωσέ με (σε χωροφύλακα), γ. απάλλαξέ με.
αφκρούμι (ρ.) : α. κρυφακούω, β. στήνω αυτί, γ. αφκράζουμι (ρ.) = κάνω ησυχία για να ακούσω καλά κάποιο θόρυβο, δ. αφκριέτι (ρ.) = μετ. πηδιέται (ο κίναιδος), ε. Φράσεις : «αφκριέτι του χώμα» = στήνει αυτί στο χώμα και λόγω στάσης προβάλει τα οπίσθια προκαλώντας να γα**θεί, «αφκριέτι τουν κάτʼ τουν κόσμουν» = είναι ετοιμοθάνατος, στ. Προέλευση : από το ελνστ. αφουκράζομαι, πηγή : Δημητράκος.
αφουκάλτστους (επίθ.) : α. ο ακάθαρτος χώρος, β. ο χώρος που δεν σκουπίστηκε.
αφριά (η) : α. ο αφρός, β. η εκλεκτότερη ποσότητα ενός πράγματος, γ. το σύνολο των φυσαλίδων βράζοντος ή ζημώμενου υγρού (ο αφρός απ' το κρέας, το γάλα κλπ.), δ. η κορυφή, η «πέτσα» του παραδοσιακού γιαουρτιού, ε. πηχτό και με φουσκάλες σάλιο, στ. άφρισιν (ρ.) = έσκασε από το κακό του, ζ. αφρατεύου (ρ.) = χτυπώ κάτι για να γίνει αφράτο (π.χ. τα αυγά), η. αφράτους (επίθ.) = ο παχουλός, θ. Προέλευση : από το αρχαίο αφρός, πηγή : ΑΠΘ.
αφκριούμι : αφουγκράζωμαι
αφτός (αντων.) : α. αυτός, β. αφνούς = αυτουνούς (Παπασιώπης).
αχαμνός : (επίθ.) : α. κατώτερος, ο κακός, β. ο αδύνατος και αδύναμος, γ. αχαμνά ( τ' ως ουσ.) = οι όρχεις, (ως επίρ.) = άσχημα (φράση : «μί ρθιν αχαμνά» = αισθάνθηκα άσχημα [αηδίασα, ανακατεύτηκε το στομάχι μου κτλ.]) δ. Προέλευση : από το αρχ. χαύνος = πορώδης, αδύναμος, πηγή : ΑΠΘ.
άχαρους (επίθ.) : α. ο ασουλούπωτος, ο χωρίς χάρη, β. ο δυσάρεστος ρόλος, γ. ο ανιαρός, δ. ο κακομοίρης, ε. (σημ. lias : για την α ερμηνεία = σπάνια έχει αυτή την έννοια για τον Επανομίτη γιατί έχει βρεί χίλια-δυό κοσμητικά επίθετα :ανουστους, ξιντράχλιαβους* κτλ. κτλ.), στ. Προέλευση : από το αρχαίο άχαρις, πηγή : ΑΠΘ.
αχιλώνα (η) : η χελώνα.
αχμάκς (επίθ.) : α. ο κουτός, β. ο απονήρευτος, γ. ο αγαθός, δ. ο βραδύνους, ο μπουμπούνας, ε. μετ. ο βλάκας, στ. Προέλευση : από το τουρκ. ahmak, πηγή : ΑΠΘ .
αχνάτους (επίθ.) : α. αεράτος, β. ο ξένοιαστος, γ. Φράση : «αχνάτους – παχνάτους» = για τον ευδιάθετο που δεν βιάζεται να κάνει κάποια δουλειά.
αχούρʼ (τ΄) : α. ο στάβλος, β. ο αχερώνας, γ. ο ακατάστατος και βρώμικος χώρος, δ. (Προέλευση : από το άχαρος+χώρος και γιατί όχι από το άχυρο (lias : στο αχούρι αποθηκεύονται οι μπάλες του άχυρου), ε. Προέλευση : από το τουρκ. ahur< περσ. axir, πηγή : ΑΠΘ.
αχράντς (επίθ.) : α. ο αθυρόστομος, β. ο αχρείος (στα λόγια και στους τρόπους), γ. ο απότομος στους τρόπους, δ. ο ανικανοποίητος.
άχρηστους (επίθ.) : α. ο ανίκανος, β. μετ. το πέος, γ. μετ. ο αγροφύλακας.
αχυρόβουλου (του) : α. ξύλινο εργαλείο, αντί για γάντι, για την προστασία της παλάμης κατά τον θερισμό, β. Προέλευση από το άχυρο+βάλω.
αχώρια (επίρ.) : α. χωριστά, β. ξεχωριστά, γ. εκτός από… δ. Φράση : «πέντι φράγκα του σακί κι αχώρια τʼ αγώι» ), ε. Προέλευση : από το αρχαίο χωρίς, πηγή : ΑΠΘ.
αψύς (επίθ.) = ο οξύς, ζ. Φράση «αψιά ρακή» = έντονη
Β


βαένʼ (του) : α. ξύλινο δοχείο αποθήκευσης και ωρίμανσης του κρασιού, β. το κρασοβάρελο, γ. μεγάλων διαστάσεων βαρέλι (Παπασιώπης-τότι κι τώρα), δ. βαϊνάς = ο βαρελοποιός, ε. Προέλευση : από το λατ. lagena, σερβ. vagan, πηγή : ΑΠΘ.
βάζʼ (η) : α. ο θόρυβος, β. το βούισμα, γ. βάξʼ (η) = η βοή, δ. βαζούρα (η) = 1. η αναστάτωση, 2. η φασαρία, ο μπελάς, ε. βάξιμου (του) = 1. το βούισμα των αυτιών, 2. η φασαρία σε κλειστό χώρο.
βαΐζου (ρ.) : α. γέρνω προς κάποια κατεύθυνση, β. λαγοκοιμάμαι, γ. κοιμάμαι, δ. πλαγιάζω.
βάζιου : γυάλινο δοχείο μεταφοράς ,κυρίως ,τσίπουρου η κρασιού
βακούφκου (του) : α. η ακίνητη περιουσία μοναστηριού ή εκκλησιαστικού ιδρύματος, β. η εκκλησία, γ. Προέλευση : από το τουρκ. vakif, πηγή: ΑΠΘ.
βαλαντώνου : υποφέρω
βαλμάς (ου) : ο βοσκός αγελάδων ή άλλων μεγάλων ζώων.
βαλτακώνου : χώνομαι στη λάσπη η σε βρωμιές
βανου (ρ.) : α. φορώ, β. τοποθετώ, βάζω, γ. νικώ, κατατροπώνω, δ. Φράση : «έλα να δούμι : σι βάνου ή μι βάντς;» = έλα να δούμε : σε νικώ ή με νικάς;
βανταλαλώ ; φονάζω δυνατά
βαριά (η) : α. η βαριά, μεγάλο βαρύ σφυρί, β. η βαρυεστημάρα,
βαρβάτους (επίθ.) : α. ο στιβαρός, ο δυνατός, β. ο ατράνταχτος, γ. τράγος ή κριάρι που είναι καλός επιβήτορας, δ. Φράση : «έχʼ βαρβάτʼ δλιά» = έχει δουλειά που αποφέρει μεγάλα κέρδη, ε. Προέλευση : από το λατιν. barbatus = ο έχων γένια (=barba), πηγή : ΑΠΘ.
βαρένουμι (ρ.) : α. βαριέμαι, β. χτυπιέμαι, γ. βαριμάρα (η) =η ανία, δ. βαρένου (ρ.) = δέρνω, ε. τ΄ βαρέντς ; = αυνανίζεσαι ; στ. Φράσεις : «βάρι, χτύπα, ρίξι, δώσι, δείρι, λιάντσι κλπ.» = για το άτακτο παιδί, «βάρισι ου ήλιους» = βγήκε ο ήλιος, ζ. Προέλευση : από το αρχ. βαρώ, πηγή : ΑΠΘ.
βαρκό (του) : α. λασπώδες μέρος ( χωράφι, κτήμα κλπ ).
βαρόσʼ (του) : α. η κεντρική πλατεία της πόλης, β. η περιοχή γύρω από την κεντρική πλατεία (όπου διέμεναν οι προύχοντες), γ. είναι λέξη μεταβυζαντινή και σημαίνει το κέντρο της πόλης.
βασιλιάδις : α. παιδικό παιχνίδι με κότσια* ζώων, β. (Παπασιώπης = κότσια [παιχνίδι]).
βασίλιψα (ρ.) : α. νύσταξα, β. έδυσα, γ. Φράση : «βασίλιψιν ου ήλιους» = έδυσε, δ.
βαστιούμι (ρ.) : α. κρατιέμαι – στηρίζομαι από κάπου, β. έχω πολλά χρήματα, (φράση : «βαστιέτι καλά!» = είναι ευκατάστατος ), γ. είμαι κοτσονάτος, δ. βαστώ (ρ.) = 1. αντέχω, 2. διαρκώ, 3. κρατώ.
βατσνιά : α. το φυτό βάτος, β. βάτσινα = τα βατόμουρα, γ. βατσίνα (η) = ο δαμαλισμός, (το εμβόλιο).
βάψʼ (η) : α. η βαφή, β. ο χρωματισμός, γ. βάψις (οι) = σταφύλια για τον χρωματισμό του κρασιού, δ. βαψίμʼ (του) = κάθε τι βαμμένο.
βζί : (του) : α. ο μαστός, β. βζιάρου (η) = η γυναίκα με μεγάλο στήθος, γ. συνών. : μαστάρου, πλαστάρου, μιντέρου.
βιγγέρα (η) : α. η νυχτερινή συνάθροιση γυναικών το χειμώνα για διασκέδαση αλλά και την κατασκευή χειροπλεκτημάτων, εργόχειρων κα. β. Προέλευση : από το ιταλ. vegghera, πηγή : ΑΠΘ.
βιγκλίζου και βιγλίζου (ρ.) : α. παρακολουθώ, β. παραμονεύω, γ. φρουρώ, δ. φυλάγω, ε. Προέλευση : από το μσν. βίγλα = σκοπιά, πηγή : ΑΠΘ.
βίλα (η) : το πιρούνι.
βιλέντσα (η) : α. η φλοκάτη, β. είδος χοντρού κλινοσκεπάσματος, γ. βιλιντσιάης (ου) = ο κατασκευαστής φλοκάτων, δ. Προέλευση : από το τουρκ. velenc, πηγή : ΑΠΘ.
βίζιτα (η) : α. η φιλική επίσκεψη, β. επίσκεψη πόρνης με σκοπό το σεξ, γ. βιζιτόγκα (η) = η πόρνη, δ. Προέλευση : από το ιταλ. visita, αγγλ. visit, πηγή : ΑΠΘ, ε. (σημ. lias : γιατί όχι από το αρχαίο βαίνω ή το δωρικό βασεύμαι;).
βιός και βγιός (του) : α. η ακίνητη περιουσία, β. ο βίος του ανθρώπου, γ. ο χαρακτήρας, το ήθος του ανθρώπου, δ. τα άφθονα αγαθά, ε. το κοπάδι των ζώων, στ. Φράσεις : «του βιός παντρέβ΄ του στχιό» = με το χρήμα μπορείς να καταφέρεις οτιδήποτε, «ξέρς τι βιός είνι;» = ξέρεις τι σόι άνθρωπος είναι; ζ. Προέλευση : από το βίος, πηγή : ΑΠΘ.
βιριάνκου : έρημο ,εγκαταλελειμμένο
βιριάνσ (ο) : χαμένο κορμί
βιρβιρίτσα (η) : α. η νυφίτσα, β. μετ. η ακαταπόνητη αεικίνητη και δραστήρια γυναίκα, γ. Προέλευση : από το σλαβ. & βουλγ. ververitsa, πηγή : ΑΠΘ.
βιρβίρσμα και βιρβέρζμα (του) : α. ο οξύς πόνος, β. το άσκοπο στριφογύρισμα, γ.
βιρβέρσα (ρ.) = πλάνταξα, δ. βιρβιρίζου (ρ.) = 1. αισθάνομαι σουβλερούς πόνους, 2. έχω σύγκρυο, 3. τριγυρίζω διαρκώς.
βιτούλʼ (του) : το χρονιάτικο κατσικάκι, (πηγή Καραντάνας).
βίτσα : (η) : α. η ευλύγιστη βέργα, β. Προέλευση : από το μσν. βίτσα, πηγή : ΑΠΘ.
βόλτα (η) : α. ο δρόμος της κεντρικής πλατειας που μετατρεπόταν σε πεζόδρομο για να κάνουν τον απογευματινό τους περίπατο οι Επανομίτες, β. η στροφή, ο γύρος, γ. Φράση : «τουν ίφιρι βόλτα» = τον κατάφερε, δ. η κυκλική κίνηση, ε. Προέλευση : από το ιταλ. volta, πηγή : ΑΠΘ.
Βλουημένος : ευλογημένος
βουνιά (η) : α. ζωικό κόπρανο μεγάλων ζώων (βοδιών, αλόγων κλπ.), β. η μεγάλη κηλίδα, γ. Προέλευση : από το αρχαίο βοωνία, πηγή : ΑΠΘ.
βούλα (η) : α. κυκλικό σημάδι, β. λακκάκι στο μάγουλο γ. στρόγγυλο σημάδι στο πρόσωπο, δ. η σφραγίδα, (σημ. lias : οι επιστολές, παλαιότερα, ασφαλίζονταν με βουλοκέρι όπου ο αποστολέας αποτύπωνε το ίχνος του δακτυλιδιού του για σημάδι), ε. Προέλευση : από το λατιν. bulla, πηγή : ΑΠΘ.
βουλουδέρνου (ρ.) : α. περιπλανιέμαι, β. ψάχνομαι, γ. Προέλευση : από το σλαβ. vol + der = βόδι + γδέρνω, (ο γδάρτης βοδιών που περιφέρονταν από τόπο σε τόπο). Επίσης από το ελνστ. σβώλος+δέρνω). (σημ. lias : το τελευταίο δίνει την έννοια που άκουσα για τον άνθρωπο που περιπλανάται κάνοντας κάθε δουλειά για να επιβιώσει, που βολοδέρνεται αναγκαζόμενος να καθαρίζει ακόμα και στεγνωμένα κόπρανα στους στάβλους ).
βούργια : κουβάς
βούρζμα : (του) : η έντονη ερωτική διάθεση (για τα ζώα συνήθως).
βουρλίζουμι (ρ.) : α. παραζαλίζομαι, β. ταράσσομαι, γ. στριφογυρίζω, δ. συγυρίζω βιαστικά και απρόσεκτα, ε. βούρλου = 1. ο άνθρωπος χωρίς προορισμό, που βολεύεται όπου τύχει, 2. η απρόσεκτη νοικοκυρά, 3. το καλάμι στ. Προέλευση : από το ελνστ. βρούλον, πηγή : ΑΠΘ.
βρακουζούνα (η) : α. γυναικεία περισκελίς  β. ζώνη μέχρι 10 εκατοστά πλάτους που συγκρατούσε το συντρόφι (= βρακί)Α.Σακκάς ), γ. (σημ. lias : παλιά δεν υπήρχαν λάστιχα), δ. Προέλευση : από το μσν. βρακίον+ζώνη, πηγή : ΑΠΘ, δ. δες κουζιανιώτκια φουρισιά*.
βρόνταγμα (του) : α. πέταγμα κατά γης κάποιου άχρηστου αντικειμένου με θυμό, β. δυνατό, θυμωμένο κλείσιμο της πόρτας, γ. βρουντώ (ρ.) = 1. κάνω μεγάλη φασαρία (φράση : «άναψιν κι βρόντσι» = νευρίασε και έκανε μεγάλο σαματά ), 2. παραπετώ, δ. Φράση «τα βρουντώ» = τα παρατώ, τα εγκαταλείπω.
βρουκόλακας (ου) : α. ο βρικόλακας, β. μετ. ο ξενύχτης, γ. ο ασυλλόγιστος, δ. (σημ. lias: κολοκύθα ή καρπούζι που αφαιρέθηκε η σάρκα και σκαλίστηκε ώστε να πάρει απαίσια μορφή, κατόπιν τοποθετούνταν στο εσωτερικό του αναμμένο κερί και περιφερόταν από τα παιδιά στους δρόμους κατά τις νυχτερινές ώρες αντί άλλου παιχνιδιού
βρουμώ : (ρ.) : α. έχω άσχημη μυρωδιά (στο σώμα, στα ρούχα, στο χνώτο κτλ.), β. λερώνω κάποιο χώρο, γ. αχρηστεύω κάτι με τα λόγια ή τις πράξεις μου, δ. βρώμαρς (επίθ.) = 1. ο ακάθαρτος, 2. ο παλιάνθρωπος, ε. βρώμου (η) =1. η βρομιάρα, η ακάθαρτη, 2. η πόρνη.
βρουντώ (ρ.) : α. τα παρατώ, β. χτυπώ, γ. πετώ άχρηστα πράγματα.
βούζα (η) : η μαγάλη κοιλιά.
βυσσινάτου (του) : γλυκό του κουταλιού με βύσσινα. υνατή (σε οινόπνευμα) ρακί, η. Προέλευση : από το αρχαίο
Γ

γιαβασιά (η) : το φίμωτρο των ζώων.
γαiδουρουγλιστια : πολύ μικρή έκταση χωραφιού ( λέγονταν περιπεκτικά για μικρής έκτασης οικόπεδα
γαϊτάνʼ (του) : α. το μεταξωτό διακοσμητικό κορδόνι, β. λεπτό κορδόνι για διακόσμηση ρούχων, στολών κτλ. γ. Προέλευση : από το βυζ. γαϊετάνιον, πηγή : ΑΠΘ.
γαλάρα (η) : κάθε μηρυκαστικό ζώο (πρόβατο, αγελάδα, γίδα κτλ.) που αρμέγεται και δίνει άφθονο γάλα.
γαλατσίδα (η) : το ραδίκι (επειδή όταν κοπεί από τη γή βγάζει έναν λευκό χυμό από το μίσχο).
γαλίκʼ (του) : α. το κοφίνι, β. μεγάλο καλάθι με δύο λαβές και πλεγμένο με κλαδιά λυγαριάς, γ. μονάδα μέτρησης όγκου, (σημ. lias : νομίζω ίση με τριάντα ή σαράντα οκάδες ).
γαλίφς (επίθ.) : α. ο κόλακας, β. γαλιφιά (η) = 1. η κολακεία, 2. η θωπεία, 3. το καλόπιασμα, γ. Προέλευση : από το ελνστ. γλείφω, πηγή : ΑΠΘ.
γαλέτσις (οι) : α. λαστιχένια μποτίνια που φοριούνται πάνω από τα παπούτσια για την προστασία από την υγρασία (νερά, χιόνια, λάσπες κλπ), β. Προέλευση : από το βενετ. galozza, πηγή : ΑΠΘ.
γαμώ (ρ.) : α. (για τον άντρα) συνουσιάζομαι, β. (ως επίρ.) = βρισιά, (φράση : "για την Ελλάδα ρε γαμώ το!"), β. μετ. πρόκληση ζημιάς με βρώμικα μέσα (φράση "τουν γάμσα" = του προξένησα μεγάλη ζημιά, γ. (σημ. lias : αντί του «γαμώ» για την ερωτική πράξη χρησιμοποιούν πλήθος άλλων λέξεων ή φράσεων : σαουλιάζου, τσαφλιακώνου, τιτχιώνου, σιδηρώνου, απαφτώνου, τς τουν σφύρξα, τς τουν χουρχούλιαξα, τʼ γουνάτσα και άλλα πολλά), δ. Προέλευση : από το αρχαίο γαμώ = κάμω σεξουαλική πράξη, (για τον άντρα), πηγή : ΑΠΘ.
γιαμνιά : αμέσως ( με μιας )
γανουτής και γανουματζής (ου) : α. ο πλανόδιος (συνήθως) επικασσιτερωτής των χάλκινων σκευών
, β. Προέλευση : από το αρχαίο γανώ= λάμπω, πηγή : ΑΠΘ.
γαννάδα ; προσπάθεια
γαργαλτζμένους (επίθ.) : α. ο πεντακάθαρος, β. γαργάλτσμα (του) = το επιμελημένο καθάρισμα ρούχων, σκευών, χώρων κτλ.
γάρους (ου) : α. το αλατόνερο για την παρασκευή και συντήρηση των τυριών, β. η αλμύρα, γ. Προέλευση : από το αρχ. γάρος = έμβαμμα εξ άλμης, πηγή : Τσότσος, σ. 255.
γαστέρα : μπουκάλι
γάστρα (η) : α. πλατύ και μεγάλο πήλινο η χοντρό χάλκινο σκεύος με ανάλογο καπάκι για ψήσιμο (lias : τοποθετούσαν αναμμένα κάρβουνα στο καπάκι), β. Προέλευση : από το αρχ. γαστήρ, πηγή : ΙΝΒΑ. σελ 247.
γδί (του) : α. πέτρινο και αργότερο ξύλινο σκεύος της κουζίνας για την πολτοποίηση διαφόρων καρπών, β. Προέλευση: από το αρχ. ιγδίον, πηγή : Σιαμπανόπουλος, σελ92..
γιαβασιά : εργαλίο για να ηρεμίση ένα άλογο( έμπενε στα χείλη του αλόγου)
γιαγκούνʼ και γιαγκ΄ν (ουσ. θηλ.) : α. η πυρκαϊά, β. φλογερή επιθυμία, γ. ο ερωτικός καημός, δ. Προέλευση : από το τουρκ. yangin = πυρκαϊά.
γιαζίκ (επίρ.) : α. κρίμα, β. άδικος κόπος, γ. άς την ευχή! δ. Προέλευση : από το τουρκ. yazik, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256.
γιαλί (του) : α. το μπουκάλι αλλά και κάθε γυάλινο σκεύος (προσοχή όχι ο υαλοπίνακας, οι Επανομίτες τον λένε τζιάμʼ*), β. ο γλιστερός δρόμος ιδίως από πάγο, γ. η τηλεόραση, δ. το ματοκυάλι, ε. γιάλζμα (του) = 1. το καθρέφτισμα, 2. το στίλβωμα των παπουτσιών, 3. το στέγνωμα από τα νερά των σκευών με πανί, 
γιαμπάνς : με λίγο μυαλό
γιαπράκʼ : (του) : α. ο λαχανοντολμάς 
Γιαραμπής (ου) : α. ο Θεός, β. ο Αλλάχ, γ. Προέλευση : από το τουρκ. ya Rabbi = ώ Θεέ μου, πηγή : ΑΠΘ.
γιαρέντς (ου) : α. ο λεβέντης, β. ο εραστής, γ. ο γκόμενος.
γιασιά (επίφ.) : α. συγχαρητήρια, β. μπράβο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. yasa, πηγή : ΑΠΘ.
γιατάκʼ : α. το κρεβάτι, β. χώρος για ανάπαυση γ. το κατάλυμα δ. Προέλευση : από το τουρκ. yatak, πηγή : ΑΠΘ.
γιάντις : (ακλ. λ.) : α. είδος παιχνιδιού μνήμης που γίνεται με το κόκαλο του κοτόπουλου, το γιάντες, β. (lias : κατά τον κανονισμό βάζουμε στοίχημα και όποιος δώσει στον άλλο κάποιο αντικείμενο εκείνος και το πάρει χωρίς να πει τη φράση «γιάντις, το ξέρω» χάνει ), γ. το ξεγέλασμα.
γιλώ (ρ.) : α. γελώ, β. ξεγελώ, γ. απατώ, δ. Φράσεις : «ιμείς στνι Επανουμʼ γιλούμι τουν Μάρτʼ»,
γ(ι)νάτʼ (του) : α. το πείσμα, β. η οργή, γ. ο θυμός, τα νεύρα, δ. γινάτιασμα = νευρίασμα, ε. γινατιάζουμι (ρ.) = 1. θυμώνω, 2. εκνευρίζομαι, στ. Προέλευση : από το ελνστ. ινάτι, πηγή : ΑΠΘ.
γιόμα (του) : το μεσημέρι.
γιόμουσʼ (η) : η πανσέληνος.
γιουματίζου : γευματίζω
γιουμόζου (ρ.) : α. γεμίζω, β. πληρώνω, γ. χορταίνω, δ. γιουματίδγια (τα) = γεμιστές καραμέλες, γλυκά, σοκολάτες κτλ.
γιουρντάνʼ (του) : α. το περιδέραιο με χρυσά ή ασημένια φλουριά, β. το κολιέ, γ. Προέλευση : από το τουρ. gerdan = λαιμός<περσ. gerdenbend = περιδέραιο, ΑΠΘ.
γιουρτάζου (ρ.) : 1. εορτάζω, 2. δίνω σημασία, 3. υπολογίζω κάποιον, 4. φροντίζω κάποιον, (φράση : «μην τουν γιουρτάειζʼ αυτόν…» = μη του δίνεις σημασία) δ. γιουρτιάτκα (τα) = τα επίσημα, τα καλά ρούχα, 2. το σαλόνι (φράση : «γιορτιάτʼκους ουντάς» = το δωμάτιο υποδοχής των επισκεπτών που προετοιμάστηκε κατάλληλα, ε. (lias : Λαογραφικές σημειώσεις : Το γιουρτάσιου δεν ήταν απλώς ο εορτασμός της ονομαστικής εορτής κάποιου μέλους της οικογένειας. Το γιουρτάσʼ λίγο υπολείπονταν από το πανηγύρι. Οι ετοιμασίες ήταν πάμπολλες : λάτρα του σπιτιού, βάψιμο όλων των χώρων, ράψιμο κοστουμιού, ετοιμασία γλυκών και παρασκευή μεζέδων κλπ. κλπ. Ανήμερα της γιορτής δεν δούλευαν, εκκλησιάζονταν και μεταλάμβαναν, το τραπέζι ήταν πλουσιοπάροχο «γιουρτιάτκου» και τα πάντα ήταν άφθονα. Ελάχιστα διέφερε η γιορτή από το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα. Καμάρωναν οι Επανομίτες τη γιορτή τους, για τις υπόλοιπες απλά τις θεωρούσαν επετείους).
γιούφτους (επίθ.) : α. έντονα μελαχρινός άνθρωπος, β. σιδηρουργός, γ. ειρ. φιλάργυρος,
γιράνζμα : αναποδογύριζμα
γιρουντώ : ορμώ ,επιτιθεμαι
γιρούντ'μα : όρμήγμα, επίθεση
γκαβά (τα) : α. τα μάτια, β. τα ματογυάλια, γ. γκαβός (επίθ.) = 1. ο τυφλός, 2. ο βαρύς - βαθύς ύπνος, δ. γκαβώνου (ρ.) = τυφλώνω, (συνών. τζιβώνου), ε. γκαβάθκα (ρ.) = νύσταξα πολύ, στ. γκαβαμάρα (η) = 1. η τύφλα, 2. η κακοδαιμονία, 3. η αβλεψία, ζ. γκαβάδʼ (επίθ.) ο απρόσεκτος, η. γκαβαμένους (επίθ.)= ο σκανδαλιάρης, θ. Προέλευση : από το βλαχ. gavu, πηγή : ΑΠΘ.
γκαβανόζα : μαγυρικό σκεύος ,κατσαρόλα
γκαγκαράντζια (τα) : α. τα ξεραμένα κόπρανα των αιγοπροβάτων, β. (lias : λέμε και όσα κολλούν στο παντελόνι μας στην εξοχή), γ. Προέλευση : από το ρουμ. cacareadga , πηγή : Μαλούτας.
γκαζιά : μπίλια
γκαβός  τύφλός
γκαστριά (η) α. η εγκυμοσύνη, β. γκαστρουμένʼ (η) = η έγκυος, γ. γκαστρώνου (ρ.) 1. καταστώ έγκυο, 2. μετ. σκάζω κάποιον διότι καθυστερώ να τελειώσω κάτι, φράση : «σώνι! μας γκάστρουσις!» = λέγεται για τον πολυλογά.
γκάζʼ (του) : α. το καθαρό πετρέλαιο, β. το νοθευμένο οινοπνευματώδες ποτό, η «μπόμπα», γ. το υγραέριο, δ. γκαζώνου (ρ.) 1. πετρελαιώνω το κρεβάτι ή τις καρέκλες για την εξόντωση ή απώθηση των παρασίτων, 2. πατώ το γκάζι στο αμάξι ή στη μηχανή, 3. γεμίζω με πετρέλαιο, ε. Φράση : «γκάζ να γέντς» = να εξαφανιστείς, στ. Προέλευση : από το αρχαίο χάος, γαλ. Gaz, λατ. Chaos, πηγή : ΑΠΘ. γκαζιρό (του) : α. το δοχείο για τη μεταφορά και φύλαξη του πετρελαίου της γκαζόλαμπας, β. μετ. αυτός που πίνει οτιδήποτε αδιακρίτως, γ. γκαζόλαμπα (η) = το λαμπογυάλι με φυτίλι
γκαζόζα : α. το αναψυκτικό, β. η μπίλια του μηχανισμού που χρησίμευε ως πώμα των μπουκαλιών ανθρακούχων αναψυκτικών και ποτών, γ. ο βώλος της γκαζόζας με την οποία έπαιζαν τα παιδιά το παιχνίδι γκουργκόλια*.
γκαζντουνικές : τενεκές
γκαϊλές (ου) : α. η σκοτούρα, β. το ζόρι, γ. η στενοχώρια, δ. η σκασίλα, ε. καημός, στ. (Μαλούτας : φροντίδα, μέριμνα, βάσανο, - από το τουρ. gaile = στενοχώρια, καημός, βάσανο), ζ. (lias : προέρχεται από το καΐλα = σκοτούρα, πηγή : Δημητράκος). ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ!
γκαλιμανίτκα ; μαλαγανιές ,πονηριές
γκαϊρέτʼ (του) : α. η μεγάλη υπομονή, β. το κουράγιο, γ. το θάρρος, δ. Προέλευση : από το τουρ. gayret, πηγή : ΑΠΘ.
γκαλντιρίμʼ (του) : α. ο πλακόστρωτος δρόμος ή σοκάκι, β. το στενό λιθόστρωτο δρομάκι με ακανόνιστες πέτρες, γ. (Παπασιώπης : στενός χαλικόστρωτος δρόμος), δ. γκαλντιριμτζής (επίθ.) = ο πλανόδιος πωλητής, ε. γκαλντιριμτζού = η γυναίκα ελευθερίων ηθών, η τροτέζα γκαμάγκς (επίθ.) : α. ασουλούπωτος ψηλός και άχαρος άνθρωπος, β. Προέλευση : από την καμήλα>γκαμήλα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
γκαλιουρίζου : βλέπω πολυ λίγο
γκαμπλαρουμένους (επίθ.) : α. ο σφιχτοδεμένος, β. ο μπαγλαρωμένος, γ. ο πολύ καλά τυλιγμένος, δ. γκαμπλαρώνου (ρ.) = συλλαμβάνω, ε. Προέλευση : από το τουρκ. baglar, πηγή : ΑΠΘ.
γκανταλίζω (ρ.) : α. γαργαλώ, β. πειράζω κάποιον με λόγια χάριν αστεϊσμού, γ. το τσίγκλισμα κάποιου, δ. γκαντάλτζμα (του) = 1. η φαγούρα, 2. το γαργαλητό, ε. Προέλευση : από το ελνστ. γαργάλη, πηγή : ΑΠΘ.
γκαντέμς (επίθ.) : α. ο γρουσούζης, β. γκαντιμνιά (η) = η κακοτυχία, γ. Προέλευση : από το τουρ. kadem = καλή τύχη, πηγή : ΑΠΘ.
γκαραβέλια (τα) : α. τα μαυροπούλια, β. γκαραβέλας (επίθ.) = μελαψός, γ. Προέλευση : από κουτσοβλάχικη λέξη.
γκαργκαλιούμι (ρ.) : α. γελώ θορυβωδώς (Παπασιώπης), β. (lias : άκουσα : καρκαλιούμι και καρκαλνιούμι, δες καρκάλʼ*).
γκαρμπουλάχανου (του) : α. το λάχανο, β. Φράση : «σʼ έφαγα γκαρμπουλάχανου» = σε νίκησα, σε κατατρόπωσα, γ. Προέλευση : από το ελνστ. κράμβη, πηγή Α.Π.Θ.
γκατζαρός : κατσαρομάλης
γκατζόγρουνου : γουρούνι ατίθασο
γκβανώ : κουβαλώ
γκβάρα : θημωνιά (μια γκβάρα διμάτια)
γκβιδ(ι) : μικροπράγμα
γκέμια (τα) : α. τα ηνία, β. τα χαλινάρια, γ. Προέλευση : από το τουρκ. gem, πηγή : ΑΠΘ.
γκιζάπʼ (του) : δες κιζάπʼ*.
γκιζντάνʼ (του) : α. το κάτεργο, β. η φυλακή, γ. η επίπονη χειρονακτική εργασία, δ. Φράση : «μʼ έβαλαν στου γκιζντάν» = με ανάγκασαν να δουλεύω σκληρά, σε σκληρή δουλειά (π.χ. σιδεράς).
γκινίσʼ (του) : ξυλουργικό εργαλείο για το άνοιγμα αυλακιών στο ξύλο, (Σιαμπανόπουλος ).
γκιντέρʼ (του) : α. ο καημός, β. το βάσανο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. keder, πηγή : Ντίνας
γκιόλʼ (η) : α. μεγάλη λακκούβα με νερό, β. έλος,
γκιόσα (η) : α. μεγάλη γίδα που έπαψε να γεννάει, β. βρισιά σε γυναίκα, γ. Προέλευση : από το βλαχ. ghesu = μαύρη κατσίκα με καστανές ρίγες, πηγή : ΑΠΘ.
γκιουβέτσʼ (του) : α. πήλινο πλατύ και βαθύ σχετικά σκεύος με καπάκι, β.
γκιουβιτσάτου (του) = το φαγητό που ψήνεται μέσα στο γκιουβέτσι, γ. Προέλευση : από το τουρκ. guvec, πηγή : ΑΠΘ.
γκιουζέλ : όμορφο.
γκρουτσανστιά : γρατσούνισμα
γκούτμανους : καλοθρεμένος σκύλος. μεταφ. Και στους ανθρώπους ( έφαγες καλά έγινες σα γκούτμανους)
γκιούμʼ (του) : α. χάλκινο ή σιδερένιο κωνικό σκεύος με χερούλι, στενό λαιμό και πλατιά βάση για τη μεταφορά ή βράσιμο υγρών, β. μονάδα χωρητικότητας, β. Φράσεις : «του γκιούμʼ ταʼ Άη Νικόλα» = 1. ο μεθύστακας, 2. ο εύχρηστος, 3. ο κοινόχρηστος, 4. ο χαμάλης, «τρυπάει τα γκούμια» = είναι κοντός, «σβαρνίζʼ τα γκούμια» = περπατάει αργά σέρνοντας τα πόδια του, «βαραίν (ή κρούει) τα γκούμια = είναι κίναιδος γ. (πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 371. "τα γκιούμια χρησίμευαν για τη μέτρηση του τσίπουρου (ρακί) και του κρασιού … και ο φλαστήρας για το σφράγισμα του σιταριού στʼ αλώνια"), δ. Προέλευση : από το τουρκ. gugum, πηγή : ΑΠΘ, ε. (lias : η υδρία των αρχαίων ).
γιουρντάνʼ (του) : α. το περιδέραιο με ασημικά ή χρυσά φλουριά, (Παπασιώπης), β. το κολιέ, γ. δες και γιουρντάνʼ*.
γκισέμʼ (του) : α. κριάρι ή πρόβατο ή και περιστέρι που οδηγάει το κοπάδι, β. μετ. ο αρχηγός, γ. (Μ.Τ.Μ. : image makers,) δ. Προέλευση : από το τουρκ. kosem, πηγή : ΑΠΘ, ε. δες και γκιουζέμ*.
γκʼκ (επιφών.) : α. τσιμουδιά!, β. Φράση : «μην βγάντς γκ΄κ!» = μη βγάζεις άχνα!
γκλάβα (η) : α. χοντρό ή μεγάλο κεφάλι, β. ( σλαβ. glava ), .
γκλαβανή (η) : α. δίφυλλη οριζόντια πόρτα, συνέχεια του πατώματος, ξύλινη ή σιδερένια, που εμποδίζει την κάθοδο στο υπόγειο, β. τα ξύλινα παραθυρόφυλλα ή τα ρολά των καταστημάτων, γ. η καταπακτή, δ. μετ. τα ματοτσίνορα, ε. Φράσεις : «σφάλσαν οι γκλαβανές» = έκλεισε το μαγαζί, σχόλασε ή έπεσε έξω, «σφάλσαν οι γκλαβανές τʼ» = α. αποκοιμήθηκε, β. πέθανε, στ. Προέλευση : από το σλαβ. glavan, πηγή : ΑΠΘ.
γλιαμίρς :Ψιλός και αχαρος
γκλαμπάτσα (η) : α. αρρώστια των προβάτων, β. (Δημητράκος : διστομίασις), γ. Προέλευση : από το κουτσοβλαχικό galbeaza, αλβ. kelbaze, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 252.
γιουρέν(ι) : άγονο χωράφι
γκιώσμου : πρόκληση
γκιντ(ε)ρ(ι) : στεναχώρια
γκλίστρα : γλύστρα
γκόλιους (επίθ.) : α. ο γυμνός, β. (Μαλούτας : από το ρωσ. ΠΟΛbIN = χωρίς ρούχα).Ξιγκουλιαβίσκι : γδύθηκε
γκουγκουβέλʼ (του) : α. το κουκούλι του μεταξοσκώληκα, β. μετ. το αρχίδι.
γκούκʼ (επιφ.) : α. κίχ, β. σιωπή!, γ. Φράση : «γκούκ μη βγάλς» = μη μιλάς καθόλου.
γκουντρουγκλώ ; κατρακυλώ
γκουργκουλιάνους (ου) : α. στρόγγυλο δοχείο με στενό λαιμό, β. ο οισοφάγος, γ. Προέλευση : από το λατιν. gurgulio, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253.
γκούρλιακας (ου) : α. το μήλο του Αδάμ, β. το λαρύγγι, γ. (Ηλιαδέλης : γκίρλιακας : ο μικρός που «θέλει να τρανέψʼ», που θέλει να μεγαλοδείχνει).
γκόσ(ι)μου : σταμάτημα τροφής στον οισοφάγο
γκουρμπάτσʼ (του) : α. το μαστίγιο, β. Προέλευση : από το τουρκ. kirbac, πηγή : Ντίνας.
γκουρμπέτʼ και κουρμπέτʼ (του) : α. η πιάτσα, β. η απόκτηση εμπειρίας στο πεζοδρόμιο, γ. Προέλευση : από το τουρ. gurbet = ξενιτιά, πηγή : Χ.Χ.
γκουρμπέτς (επίθ.) : α. ο τσιγγάνος, β. ο περιπλανώμενος, γ. μετ. ο μαυριδερός , δ. Προέλευση : από ελνστ. γύρος.
γουστιρίτσα (η) = η μικρή σαύρα,
γκουτζιάμʼ (επίρ.) : α. μεγάλος, β. Φράση : «τι αντρέπισι, γκουτζιάμʼ πιδί είσι».
γκούτκας : σβέρκος
γκράς (ου) : α. παλιό οπισθογεμές τουφέκι, β. Προέλευση : από το όνομα του κατασκευαστή Γάλλου Gras, πηγή : ΑΠΘ.
γκρέκʼ (του) : σφήνα ή κόντρα στον αρμό της σύνδεσης γωνιακά δύο μαδεριών.
Γκρουτσανίσκα : γδάρθηκα
γκουργκουλιάνους και γκρʼτσιλιάνους (ου) : α. ο λαιμός των πτηνών, β. το μήλο του Αδάμ, ο οισοφάγος, γ. ο λάρυγγας, δ. γκ΄ρτσιμέγκας (ου) = άνθρωπος με ψηλό λαιμό.
γλέπου (ρ.) : α. βλέπω, β. υποθέτω, γ. μαντεύω, δ. Φράση : «γλέπου να τς τρως» = προβλέπω να φας ξύλο.
γλιντώ (ρ.) : α. γλεντώ, β. ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι, γ. τέρπω κάποιον, δ.
γλέντʼ (του) = η διασκέδαση μεταξύ φίλων ή γνωστών και συνήθως ρεφενέ, ε. Προέλευση : από το τουρκ. aglenmek., πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, # eglence = γλεντώ, πηγή : ΑΠΘ.
γλίστρα : (η) : α. η τσουλίθρα, β. ολισθηρό έδαφος ή βράχος, γ. και γκλίστρα (Παπασιώπης), δ. Προέλευση : από το ολισθαίνω > αόρ. α΄ ολίσθησα > γλίστρησα, πηγή : Δημητράκος.
γλουσουκουπάνα (η) : α. κουτσομπόλα, β. πολυλογού, γ. αυθάδης και θρασύς πολυλογάς -ού.
γλύκα (τα) : α. οι μικροί στρόγγυλοι μαύροι καρποί της γλυκιάς (έχουν μαύρη φλούδα και κίτρινο εσωτερικό με μεγάλο, σχετικά, κουκούτσι), β. το αίσθημα της σεξουαλικής ικανοποίησης, η γκ*φλα, γ. η απόλαυση.
γλώσσα (η) : α. το όργανο της ομιλίας, β. το υποβοήθημα ή όργανο για κάτι = 1. το υποβοήθημα για να φορέσουμε τα παπούτσια, 2. το εξάρτημα που τοποθετείται στο στόμιο των πνευστών (κλαρίνου, σαξόφωνου κτλ.) γ. γλουσσού = πολυλογού.
γνουριμία (η) : α. η συνάντηση δυο νέων με σκοπό το προξενιό, β. συνάντηση και επαφή δύο αγνώστων μέσω ενός κοινού φίλου, γ. Φράση : «έδουκα γνουριμία» = 1. συστήθηκα, 2. γνωρίστηκα, 3. έδειξα την ταυτότητά μου.
γνώμʼ (η) : α. η λογική, β. η άποψη, γ. η σωστή κουβέντα, δ. γνουμκός (επίθ.) = 1. ο σοφός, 2. ο λογικός, 3. ο έχων σωστή κρίση, ε. γνουμκά = 1. τα μυαλωμένα λόγια,
γούρνα (η) : α. η λακκούβα, β. το κοίλωμα, δ. το όρυγμα, ε. ο σκαμμένος λάκκος, ζ. ο χώρος ενταφιασμού της σωρού, . Προέλευση : από το αρχ. γρώνη = τρύπα, βαθούλωμα, πηγή : ΑΠΘ.

γουζέλ(ι) : μικρό κεφαλόπουλο
γουμάρʼ (του) : α. ο γάιδαρος, β. μετ. ο αναίσθητος, γ. ο σωματώδης και ανθεκτικός άνθρωπος, δ. γουμάρα (η) = 1. το ξύλο των χασάπηδων, 2. χιαστί κατασκευή για το κόψιμο των μεγάλων ξύλων , 3. η αναίσθητη γυναίκα, ε. γουμαρνός (επίθ.) = 1. ο τεράστιος (φράσεις : «γουμαρνές κιφτέδις» = κεφτέδες μεγάλου μεγέθους, «γουμαρνή τσούρα» = μεγάλο πέος), στ. παιδικά παιχνίδια : «κουτσή γουμάρα», «γουμάρα του σκυφτάκʼ», στ. Προέλευση : από το ελνστ. γομάριον < αρχαίο γόμος = φορτίο, πηγή : ΑΠΘ.
γουνατίζου (ρ.) : α. στηρίζομαι στα γόνατά μου, γονυπετώ, β. προσκυνώ τα Θεία, γ. καταβάλω κάποιον, δ. δεν αντέχω στο φορτίο (οικονομικό, ηθικό κτλ.) που επωμίσθηκα, ε. γουνάτζμα = 1. η Ιερή τελετή κατά την εορτή της Πεντηκοστής, 2. το πέσιμο με τα γόνατα, στ. Φράσεις : «έφαι ένα γουνάτσμα!» = ήρθαμε στα χέρια και τον νίκησα, «τν γουνάτσα!» = την γά**σα από πίσω.
Γουστιρίτσα : σαύρα
γούτους (ου) : α. αρσενικό περιστέρι που συνήθως δεν πετάει, β. προσβλ. μονόχνοτος άνθρωπος, γ. χαζός, άμυαλος, δ. ( Φράση : «είσι ντιπ γούτους» ).
γράδου (του) : α. μονάδα μέτρησης των οινοπνευματικών βαθμών, β. μετ. το γερό ποτήρι, ο μπεκρής, γ. γράδα (τα) = οι βαθμοί οινοπνεύματος σε κρασί ή τσίπουρο, δ.
γραδόμιτρου (του) = η συσκευή μέτρησης των βαθμών του κρασιού κτλ. ε. Προέλευση : από το ιταλ. grado, πηγή : ΑΠΘ.
γραμματ(ί)κʼ (του) : α. το ωδικό πουλί καρδερίνα, β. μετ. ή όμορφη δεσποινίδα, γ.
γραμματζμένους (επίθ.) : ο μορφωμένος.
γραμματʼκός (ου) : α. ο γραμματέας, ο γραφιάς, β. ο νομικός, γ. ο λογιστής, δ. ο μορφωμένος άνθρωπος που εξυπηρετούσε τους μη γνωρίζοντες γράμματα.
γραμμένου (του) : α. το πεπρωμένο, β. το μοιραίο, γ. το αναπόφευκτο, δ. κάτι το ωραίο και πολύ όμορφο ( παιδάκι, ρουχαλάκι, στολίδι κλπ. ), δ. (Νιάνια : γραμμένα = κάλτσες στολισμένες με ρίγες).
γραμμένους (επίθ.) : α. ο ωραίος, β. ο καλλωπισμένος, γ. ο περιποιημένος.
γραπατσώνου (ρ.) : α. πιάνω δυνατά και απότομα με τα νύχια, β. αρπάζομαι από κάτι απελπισμένα, γ. γραπατσώνουμι = 1. έρχομαι στα χέρια με κάποιον, δ. ( Τσότσιος = πιάνομαι από κάπου με χέρια και νύχια για να σκαρφαλώσω ).
γράφου : α. γράφω, β. συντάσσω επιστολή, γ. ψωνίζω βερεσέ απʼ τον μπακάλη, τον χασάπη κτλ. (και τα γράφω στο μπακαλοτέφτερο).
γρένου (ρ.) : το «άνοιγμα» του μαλλιού με την ειδική κατασκευή (lias : αποτελούνταν από ένα σκληρό κομμάτι κορμού στο οποίο κάρφωναν μυτερά καρφιά στη σειρά όπως ή κτένα).
γρέντα (επίρ.) : α. σέκος, β. ξαπλωμένος και ακίνητος.
γρίβας (επίθ.) : ο γκρίζος.
γρικώ (ρ.) : α. γνωρίζω, β. καταλαβαίνω, γ. Προέλευση : από το μσν. αγροικώ, πηγή : ΑΠΘ.
γριντώνουμι : α. πέφτω ξερός καταγής, β. αρρωσταίνω και πέφτω στο κρεβάτι, γ. γριντώνου = ρίχνω κάποιον καταγής. δ. δές και γρέντα*.
γρίπους : το δίχτυ
γρούνʼ (του) : α. γουρούνι, β. μετ. ο παλιάνθρωπος, β. (σημ. lias : γενικά οι Επανομίτες έτρεφαν μεγάλη … εκτίμηση για όλα τα ζώα, ήταν πολύ φιλόζωοι. Όταν θέλουν να βρίσουν, να ειρωνευτούν, να πειράξουν κτλ. κάποιον επιστρατεύουν τα ζώα για να αποδώσουν το ποιόν του : γουμάρʼ, φουράδα, σκλί, γρούν, μουσκάρʼ, πρόβατου, κατσίκα, αλεπού  και όλο το υπόλοιπο βασίλειο των πτηνών, ερπετών και ζώων. γ. γρουνίσιου = 1. χοιρινό κρέας, 2. ότι προέρχεται από το γουρούνι.
γρουνουπάτς(ι) : κεφάλι από γουρούνι
γυρνώ (ρ.) : α. επιστρέφω κάποιο αντικείμενο, β. αλλάζω γνώμη (φράση «μη μι τα γυρνάς»), γ. αλλάζω την όψη του υφάσματος κάποιου ρούχου, δ. περιφέρομαι, ε. ανταποδίδω, στ. αναστρέφω (γυρίζω το πάνω, κάτω ή το μέσα, έξω όπως π.χ. το ζυμάρι, το χωράφι, τον αρμόζμο κτλ., ζ. Φράση : «γυρνώ τα δαχλίδια» = διαλύω τον αρραβώνα, η. επιστρέφω από κάπου, θ. (σημ. lias ο Δημητράκος έχει 22 επεξηγήσεις στο γυρίζω ι. γύρα = 1. η βόλτα, 2. το κέρασμα της παρέας με τη σειρά.
Δ


δαμάλα (η) : α. το μικρό μοσχάρι, β. Προέλευση : από το βυζ. δάμαλις, πηγή : Π.Λ.Μπ.

δαμάσκου (του) : α. επίσημο πορφυρό και χοντρό τραπεζομάντιλο με περίτεχνα ανάγλυφα σχέδια, β. Προέλευση : από την Δαμασκό της Συρίας.

δαρμός : (ου) : α. το μπερντάχι, β. το χτύπημα με ξύλινη βέργα, γ. ο ξυλοδαρμός, δ. Προέλευση : από το αρχαίο δέρω, πηγή : ΑΠΘ.

δγιάουλους (ου) : α. ο διάβολος, β. δγιαόλτσα = η συκοφάντρια, γ. δγιαουλόπλου = ατίθασο παιδί, συν. : χαλκουδαίμουνας*.

δγιάρα και δυάρα (η) : α. επτάζυμο ψωμάκι, β. Προέλευση : από το εικοσάλεπτο νόμισμα που ήταν η τιμή του παλαιότερα.

δγιάρʼ και δγιούρʼ (του). το διαμέρισμα δύο δωματίων, β. ο αριθμός δύο π.χ. στα τραπουλόχαρτα.

δειλνό (του) : α. το απόγευμα, το δειλινό, β. το απογευματινό κολατσιό που συνοδευόταν με μικρή εκδρομή, γ. δειλνώ (ρ.)= τρώω απογευματινό.

δείχνου (ρ.) : α. δείχνω, β. επαληθεύω, γ. κοινοποιώ αρραβώνα, δ. (σημ. lias : οι νεοαρραβωνιασμένοι συνήθιζαν να κάνουν βόλτα μαζί με τους γονείς τους για να επισημοποιήσουν τον αρραβώνα).

δέμουνας (ου) : α. ο υπέροχος, β. ο δυνατός, γ. ο δραστήριος, δ. ο διαβολικός.

δέξιμου (του) : α. η υποδοχή επισκεπτών στο σπίτι, β. Φράση : «ίχαμι διξίματα» = ήρθαν οι συμπέθεροι για να δώσουμε λόγο για τον αρραβώνα.

(τα) δέουντα : α. χαιρετίσματα, β. τα πρέποντα, αυτά που αρμόζουν, γ. (σημ. lias : στέλνουμε χαιρετίσματα σε κάποιον με τον προσήκοντα σεβασμό).

δεύτιρου (επίρ.) : α. άλλη φορά, β. άλλοτε, (Παπασιώπης).

διαβένου (ρ.) : α. περνώ, β. ξεπερνώ κάποιον σε κάτι, (φράση : «αυτόν τουν διαβένου!» = υπερέχω κάποιου), γ. προσπερνώ, δ. Φράση : «διάφκέ του αυτό του κουμμάτʼ» = παράβλεψη σε κείμενο, δ. ξεπερνώ, ε. διασχίζω, στ. Προέλευση : από το αρχαίο διαβαίνω = στέκομαι με τα σκέλια ανοιχτά, πηγή : ΑΠΘ.

διάτανους (ου) : α. ο σατανάς, β. (σημ. lias : λέγεται με ηπιότερη έννοια από το «δγιάουλους»).

διάφουρου (του) : α. το πλεόνασμα και κέρδος (λογιστ. Η θετική διαφορά αγορών – πωλήσεων και όχι εσόδων – εξόδων, γιατί εκεί έχουμε μεταφορικά, εισφορές, γεν. έξοδα κτλ.), β. η ωφέλεια που αποκομίζεται από κάτι (φράση : «του πήρα διάφουρου» = ευχαριστήθηκα, ικανοποιήθηκα).

δικανίκʼ (του) : α. το ξύλινο στήριγμα, β. το μπαστούνι, γ. το σκήπτρο, δ. το ραβδί, ε. η πατερίτσα, στ. Προέλευση : από το βυζ. δεκανοί = βυζαντινοί τιτλούχοι που έφεραν ξύλινη ράβδο, πηγή : ΑΠΘ.

δικατχιανό (του) : το κολατσιό γύρω στις 10 το πρωί.

δικράνʼ (του) : δυνατό ξύλινο διχαλωτό αγροτικό εργαλείο που χρησιμοποιούσαν στα αλώνια για το λίχνισμα και κατασκευαζόταν με ξύλο κρανιάς.

διμάτʼ (του) : η δέσμη (άχυρων, κληματσίδων κτλ.).

δίξιμου (του) : α. η κοινοποίηση ανταλλαγής υπόσχεσης αρραβώνα, β. η επίδειξη, γ. η φιγούρα, δ. δίξαρς (επίθ.) = ο φιγουρατζής, ο επιδειξίας.

διπλαρώνου (ρ.) : α. πείθω κάποιον να με διευκολύνει σε κάτι, β. καταφέρνω να ωφεληθώ από κάποιον μετά από φορτική ενόχληση, γ. πλευρίζω.
διρμάτ(ι) :  το δέρμα

διρματίσιου (του) : α. το τουλουμοτύρι, β. είδος τυριού που παρασκευάζεται μέσα σε ασκό από δέρμα κατσίκας, γ. διρμάτʼ (του) = το ασκί.

διρμόνʼ και δερμόνʼ (του) : α. μεγάλο αραιό κόσκινο για το καθάρισμα του σιταριού, β. διρμόνζμα (του) = το κοσκίνισμα, γ. (πηγή : Σιαμπανόπουλος).

δισάκʼ (του) : α. διπλό ταγάρι ή σάκος για τη μεταφορά αγαθών, β. Προέλευση : από το διπλός + σάκος.

δισπουτκό : α. το κτίριο όπου διαμένει ο Δεσπότης,

διφτιρίζου (ρ.) : α. περνώ για δεύτερη φορά κάποια αγροτική δουλειά (π.χ κόβω για δεύτερη φορά τις κορυφές των τρυφερών κλαδιών του αμπελιού, ξαναοργώνω το χωράφι κτλ.).

δλιά : (η) : α. η δουλεία β, η εργασία, η δουλειά, γ. το χειρονακτικό επάγγελμα, δ. μετ. η ερωτική συνεύρεση, δ. Φράσεις : «τι δλιά φκιάντς;» = τι δουλειά κάνεις; «έφκιασάμι τʼ δλιά» = κάναμε έρωτα, ε. δλέβου (ρ.) 1. εργάζομαι, 2. κοροϊδεύω κάποιον, 3. επεξεργάζομαι.

δόξα (η) : α. ή δόξα, β. το ουράνιο τόξα, γ. Φράση : «φάνκιν η δόξα» = βγήκε το ουράνιο τόξο (άρα σταμάτησε η βροχή).
δουκιούμι :θυμάμαι

δούλους (επίθ.) : α. ο εργάτης σε κτήμα ή εργαστήριο κάποιου, β. ο υπηρέτης, γ. ο παραγιός ή το τσιράκι, δ. ο εργαζόμενος κάπου με συνθήκες σκλάβου.

δραγασιά (η) α. το παρατηρητήριο του δραγάτη, β. ή βίγλα*.

δράμʼ (του) : α. μονάδα βάρους ίση με 3.20 γραμμάρια, β. (lias : 400 δράμια = 1 οκά = 1,280 κιλό).

δρασκλνώ : α. ξεπερνώ κάποιο εμπόδιο με μεγάλα βήματα ή με πήδημα, β. προσπερνώ.

δρόκνου : α. το ροδάκινο,
δυο διπλού : διπλωμένο
Ε

Λέξη που αρχίζει με Έψιλον μετατρέπεται αυτόματα σε Γιώτα ( Ι ) στα Επανομίτικα Έψιλον χρησιμοποιείται μόνο για παράγωγα των λέξεων ( χρόνοι, τύποι κλπ. )
Παραδείγματα :
έβαξα : α. στέναξα, β. κουράστηκα πάρα πολύ, ( Αόριστος χρόνος ).
έμασι : μάζεξε
α ιέτσιαϊά : α. τοιουτοτρόπως.
έφιξι : α. φώτησε, β. ξημέρωσε. ( Φράσεις : «να σι φέξου μνιά» = να σου δώσω μια σφαλιάρα,
«σʼ σ'έφιξι !» = μπράβο ήσουν τυχερός ! ). ( Αόριστος χρόνος )
Έντικα !!! : η μόνη λέξη που αρχίζει με έψιλον στα Επανομίτικα!!! Αμ δε. Είναι ΑΡΙΘΜΟΣ.
Ζ




ζαβλάκουμα (του) : α. η στραβομάρα, β. η χαζομάρα, γ. η χαύνωση, δ. η κατάπτωσις (Δημητράτος), ε. ζαβλακουμένους (επίθ.) = ο καταπονεμένος από δουλειά ή ασθένεια άνθρωπος, ο αποχαυνωμένος, στ. (σημ. lias : από το βλάκας ).
ζαβός (επίθ) : α. ο ανάποδος, β. ο στραβός ή o λοξός, γ. ο αλλήθωρος, δ. ο στριμμένος, ε. ζαβώνου (ρ.) = στραβώνω, στ. ζαβιά (η) = 1. η δυσμενής εξέλιξη μίας κατάστασης, 2. η ζαβολιά, ζ. ζαβά (επίρ.) = στα τυφλά, (φράση : «άνοιξι τα ζαβά σʼ» = άνοιξε τα μάτια σου), η. Προέλευση : από το μσν. ζαβός = αγκύλος, στρεβλός, πηγή : ΑΠΘ.
ζαβουλιάρς: α. ο ζαβολιάρης, β. ζαβγιά (η) = 1. η παράβαση, 2. η ζαβολιά, 3. η αριστερή παλάμη, γ. Προέλευση : από το βυζ. ζάβολος = διάβολος, πηγή : ΑΠΘ.
ζαγάρʼ (του) : α. το κυνηγόσκυλο, β. ειρων. ο τιποτένιος άνθρωπος, γ. μετ. ο κατεργάρης, δ. Προέλευση από το αραβ. sakar, πηγή: ΑΠΘ.
ζαΐμς (ου) : α. ο εισπράκτορας, β. ο επικαρπωτής επί τουρκοκρατίας, γ. Προέλευση : από το τουρκ. zaim, πηγή : ΑΠΘ.
ζαΐφς (επίθ.) : α. ο αρρωστιάρης, β. ο φιλάσθενος, γ. ζαΐφκους (επίθ.) = 1. ο λεπτεπίλεπτος, 2. ο ανήμπορος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. zayif = άτονος.
ζιάκατα (τα) : α. μικροέπιπλα, β. ως επιρρ. ακατάστατα.
ζακάτσα (ρ. στον αόρ.) : α. τα έκρυψα και τα έχασα, β. σάστισα και δεν μπορώ να βρω κάτι, γ. μπερδεύτηκα. δ. αναστάτωσα (ανακάτωσα) όλο το σπίτι για να βρω κάτι, (lias : Να το διερευνήσω – μου τόπε ο Ζ. Φίλιος ), ε. ζακάτζμα = το κρύψιμο, στ. (Μαλούτας : ζάκατα = άχρηστα αντικείμενα).
ζαλίκουμα (του) : α. το φόρτωμα των γαλικιών στα μουλάρια για τη μεταφορά της σοδιάς, β. ζαλκώνου (ρ.) = 1. αγγαρεύω, 2. φορτώνω, 3. επωμίζομαι, γ. ζαλίκʼ (του) = 1. το φορτίο, 2. το βάρος των τύψεων, δ. ζαλικουμένους (επίθ.) = φορτωμένος, ε. (Μαλούτας : ζαλίκʼι = το βάρος που σηκώνει ο άνθρωπος).
ζαμανίσιους (επίθ.) : α. ο παμπάλαιος, β. ο πανέξυπνος, γ. (Μαλούτας : έξυπνος πιτσιρικάς, ο έμπειρος υπερήλικας), δ. ζαμάνʼ = πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, («χρόνια κι ζαμάνια ιέκαμα να τουν ιδώ»), ε. Φράση : «σκώθιν ένας αέρας ζαμανίσιους !», στ. Προέλευση : από το ζαμάνι = μεγάλο χρονικό διάστημα, πηγή :
ζαμακώνου : (ρ.) : α. βουλώνω, β. μετ. κάνω έρωτα.,βαράω
ζανάτʼ (του) : α. το επάγγελμα, β. η τέχνη για βιοπορισμό (όχι ο αγρότης ή ο κτηνοτρόφος), γ. Προέλευση : από το τουρκ. zanaat.
ζαντούκας και σαντούκας (επίθ.) : α. ο ευαίσθητος, β. ο αρρωστιάρης, γ. ο μη μου άπτου.
ζάπʼ : α. η σύλληψη, β. η χαλιναγώγηση, γ. η υποταγή, δ. το καπάκωμα, ε. το δάμασμα, στ. ζαπχιές (ου) = ο χωροφύλακας, ζ. Φράση : «τόκαμα ζάπʼ» = το έπιασα, η. Προέλευση : από το τουρκ. zapti, πηγή : ΑΠΘ.
ζάρʼ (επιφών.) : συνήθως : ζάρʼ – ζάρ – ζάρ = ζορίζω κάποιον, β. το σκάνιασμα, γ. Προέλευση: από το ζόρι, δ. (σημ. lias : πολλοί το λένε και ζάρτʼ)
ζαράρʼ (του) : α. η αρρώστια, β. η σύμφορα, η ζημιά, γ. το ελάττωμα, δ. η αναπηρία, ε. η αταξία, στ. ζαράλια (τα) = 1. τα μεγάλα βάσανα, 2. οι χρόνιες ασθένειες, ζ. Προέλευση από το αρχ. ζαραλίς = ασθένεια, πηγή : Π.Λ.Μπ.
ζαρζαβάτʼ (του) : το φρέσκο λαχανικό (όχι φρούτο).
ζαρίφς (επίθ.) : α. ο κομψός στους τρόπους, β. ο ευγενής, γ. Προέλευση : από το τουρκ. zarif, πηγή : ΑΠΘ.
ζαρώνου (ρ.) : α. μαζεύομαι (από ντροπή ή από κρύο ), β. συμμαζεύομαι, γ. ρυτιδιάζω, δ. τσαλακώνω.
ζάφκʼ : α. το υποχείριο. ( Φράση : «τόκαμα ζάφκʼ» = το οικειοποιήθηκα ), β. δες και ζάπʼ*,
ζαχαράτου (του) : α. η καραμέλα, β. τα γλυκά με ζάχαρη (γλειφιτζούρι, φλόκα, μαστιχάτο κτλ ), γ. μετ. η γλυκιά κοπέλα, δ. ζαχάρουμα (του) = 1. η ερωτοτροπίες, το φλερτ 2. η κρυσταλλοποίηση των γλυκών του κουταλιού, ε. ζαχαρώνου (ρ.) = βάζω κάτι που επιθυμώ στο μάτι, στ. Φράση: «γκόλιαβου ζαχαράτου» = πολύ γλυκιά κοπέλα.
ζαχαρένια (η) : α. η άνεση β. το γλυκό που γίνεται ή σκεπάζεται με ζάχαρη, γ. η καλή ψυχική διάθεση, δ. το χουζούρι ε. Φράση : «μη χαλάς τʼ ζαχαρένια σʼ» = μην ενοχλείσαι.
ζαϊρές : (ου) : α. μεγάλη ποικιλία εδεσμάτων σε τραπέζωμα, β. (Μαλούτας : ζαχιρές = πολύ καλό φαΐ, σοφράς, τραπέζι με καλούδια, γ. Προέλευση : από το τουρκ. zahire = σιτηρά, τρόφιμα, εφόδια, γ. (σημ. lias : η σωστή προφορά είναι ζαϊρές).
ζβάρνα (η) : δες σβάρνα*.
ζβόμππουρδας (ου) : α. ο μπόμπιρας, β. μετ. ο αδαή που πετάγεται να πει τη γνώμη του, ο άσχετος, γ. η ξαφνική πορδή.
ζβώ (ρ.) : α. ξεχρεώνω το χρέος ή την υποχρέωσή μου, β. σβήνω (το κερί, τη λάμπα κτλ.).
ζγι (του) : α. το αντίβαρο, δηλ. το μεταλλικό υπόδειγμα μέτρου ζυγίσματος, η στάθμη (οκά, δράμια κτλ.) που τοποθετούνταν στη ζυγαριά στην πλάστιγγα αλλά και το βαρίδι στο καντάρι, β. ζίγʼ (του) = 1. η ζυγισμένη ποσότητα κάποιου φορτίου, 2. το ζύγισμα, γ. ζγιά (τα) = το ζευγάρι των σχοινιών του χαρταετού όπου δένεται η κλωστή της ουράς.
ζγιάζου : α. ζυγίζω, β. υπολογίζω βάρος, όχι μάζα ή όγκο, γ. σημαδεύω, δ. υπολογίζω τα υπέρ και τα κατά,, ε. Φράσεις : «όι ζίασμα!» = μπράβο επιτυχία!, «ζγιάζʼ τςʼ αλαφρές» = 1. είναι πόρνη, 2. είναι κίναιδος. «ζγιάζʼ απ΄τς αλαφρές» = 1. ζυγίσει από την άλλη πλευρά του κανταριού και κλέβει στο ζύγισμα, 2. είναι κουτός και δεν καταλαβαίνει τίποτα, «άμα σι ζγιάσου μνιά…» (απειλή) = αν σε χτυπήσω (δυνατά, όπως αν σε χτυπούσα με το ζγί*), ζ. ζγιάσκι (ρ.) = μέθυσε, η. ζγιάζιτι (ρ.) = προσπαθεί να περπατήσει ευθύγραμμα αν και μεθυσμένος, θ. ζγί = η ένωση τριών σχοινιών του χαρταετού, ι. Προέλευση : από το αρχαίο ζυγός, πηγή : ΑΠΘ.
ζγκούρα (η) : α. η σκουριά, β. ζγκούρις = βρωμιές από σκουριές, γ. ζγκούρας (επίθ.) = βρομιάρης, δ. ζγκούριαζμένους (επίθ.) = 1. ο σκουριασμένος, 2. ο μονίμως λερωμένος, ε. Προέλευση : από το αρχ. σκωρία, πηγή : ΑΠΘ.
ζγκρουβάλια (η) : α.Πριζμένοι λεμφαδένες β. μεγάλος πετρωμένος σβώλος χώματος, γ. ξηραμένα κόπρανα βοοειδούς, δ.. ζγκρουβαρλάκια και ζγκρουμπαρλάκια = 1. πετραδάκια, 2. βοτσαλάκια, 3. παιδικό παιχνίδι με πέντε στρόγγυλα πετραδάκια.
ζιρβός (επίθ.) : ο αριστερόχειρ.
ζητλάς (επίθ.) : α. ο τρακαδόρος, β. ο ζητιάνος, γ. ο αναξιοπαθών, δ. αυτός που δεν έχει αξιοπρέπεια, ε. ο ψευτοπερήφανος, στ. ζητλαργιά (η) = 1. η μιζέρια, 2. η αναξιοπρέπεια.
ζίαζμα (του) : α. το ζύγισμα στις ζυγαριές με τάσια (lias : στο ένα τάσι έβαζαν τα βαρίδια [τα δράμια] και στο άλλο τάσι το είδος για ζύγισμα. Το ζύγισμα ήταν ακριβές όταν οι δύο «πεταλούδες» ήταν ευθυγραμμισμένες), β. μετ. η επιτυχημένη βολή στο κέντρο, δ. δες και ζγιάζου*.
ζιάρʼ (του) α. η θράκα, τα πυρακτωμένα κάρβουνα, β. η χόβολη, γ. μετ. η ζεστή αγκαλιά, δ. η ακτινοβολία της ζέστης που προέρχεται από τη σόμπα ή το τζάκι, ε. μετ. πολύ, πλήθος (Παπασιώπης), στ. Φράση : «έκαμάμι ιένα ζιάρ΄ πιδιά» = κάναμε πολλά παιδιά (μεγάλη μονιασμένη οικογένεια).
ζιβζέκς (επίθ.) : α. ο παιχνιδιάρης, β. ο κουτοπόνηρος, γ, ο ανόητος, δ. Ο ξεροκέφαλος, ε. ο απειθάρχητος, στ. Προέλευση : από το τουρκ. zevzek, πηγή : ΑΠΘ.
ζίγρα (η) : α. ο αγκαθωτός θάμνος, β. η βατσινιά, η βατομουριά, γ. φράχτης αγρού με αγκαθωτούς θάμνους, γ. ζίγρα (επίθ.) = μετ. η δεικτική, η κακόγλωσση γυναίκα.
ζικέτα (η) : α. είδος πρόχειρου πλεκτού, μάλλινου ρούχου, β. η ζακέτα, γ. Προέλευση : από το γαλλ. jaquette, πηγή ΑΠΘ.
ζίμ (του) : παιδικό παιχνίδι των αγοριών.
ζιμπίλʼ (του) : α. μεγάλος κρεμαστός σάκος από χοντρό υφαντό, β. πλεκτό χορτάρινο καλάθι.
Ζιούπα : χτύπημα
Ζουρλαμάς : πρίξιμο
ζιρβός και ζέρβους (επίθ.) = 1. ο αριστερός, 2. ο αριστερόχειρας.
Ζιόρτνα : κομμάτι ξύλου
ζνίχ (του) : α. το σβέρκο, β. ο αυχένας, γ. Προέλευση : από το αρχ. αυχήν, πηγή : Π.Λ.Μπ.
ζλάπʼ (του) : α. το αγρίμι, β. ο ζωηρός, γ. ο λύκος (Δημητράκος), δ. Προέλευση : από το αλβ. zullap, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 252.
ζλίγου (ρ.) : α. ζουπώ κάποιον, τον συμπιέζω, β. στριμώχνω, γ. στραμπουλίγω το χέρι ή το πόδι μου, δ. μετ. γαμώ, ε. ζλίξαρς (ου) = ο πούστης.
ζμί (του) : α. ο ζωμός ή τα υγρά του φαγητού, β. η σάλτσα, γ. ο ζωμός, δ. η ουσία, το νόημα μίας ομιλίας ή ενός κειμένου, δ. Φράσεις : «κιφτέδις μι ζμί» = κεφτέδες με σάλτσα, [/i]«έβριξα κι λίγου ζμί»[/i] = μούσκεψα το ψωμί στη σάλτσα του φαγητού, Προέλευση : από το αρχ. ζωμός πηγή : Π.Λ.Μπ.
ζμπόμʼμπα (η) : α. το σκασιαρχείο, β. η κοπάνα, γ. (σημ. lias : στα ιταλ. sbobba = μανέστρα με άσχημη γεύση, πηγή : ΑΠΘ, -- ίσως από συνήθεια των παιδιών κατά την Κατοχή να φεύγουν από το σχολείο, για να βρουν τροφή κοντά σε ιταλικά στρατόπεδα).
ζμπόμμπουρδας (ου) : α. όποιος πετάγεται και μιλάει ξαφνικά. (φράση : «πιτάθκιν σά ζμπόμμπουρδα»), β. μετ. η μικρή πορδή, γ. (Μαλούτας : σβόμπουδρας = ο μπόμπιρας, ο μικρός που θέλει να μιμηθεί τους μεγάλους, από το σβόμπος+ούρδα), γ. (σημ. lias : μάλλον από τη λέξη μπόμπιρας).
ζμπόρσμα (του) : α. η σημασία που δίνω σε κάποιον ή κάτι, β. η θετική αξιολόγηση, γ. η ικανότητα.
ζμπουρίζου : α. μιλώ, β. λέω, γ. ( ΚΒ zboru = ομιλία, λόγος ),
ζπιρίλουγους : νοικοκυριό
ζ(ι)μώνου (ρ.) : α. ζυμώνω, β. ζμότρα (η) = 1. η γυναίκα που ζυμώνει, 2. όχι το σκαφίδι (κινητό) αλλά η σταθερή (μόνιμη) ξύλινη κατασκευή για το ζύμωμα, γ. ζύμουμα (του) = 1. η διαδικασία της μετατροπής του αλευριού σε ψωμί, 2. η ανάμειξη και ομοιογενοποίηση διαφόρων υλικών.
ζνάρʼ (του) : α. μακριά μάλλινη ταινία υφάσματος που τυλίγεται στη μέση, β. το ζωνάρι, γ. ζνάρια (τα) = 1. η πέτρινες περιφράξεις γύρω από τους κορμούς των δέντρων (συνήθως ασβεστωμένες) για τη συγκράτηση του νερού, 2. σκουρόχρωμες μπορντούρες χαμηλά στους τοίχους για να μη λερώνεται ο υπόλοιπος.
ζντό (επιφών.) : α. ζητωκραυγή, β. Ζήτω, γ. (lias : χαιρετισμός των ποδοσφαιριστών προς τους φιλάθλους πριν αλλά και μετά τον αγώνα όταν ήταν νικηφόρος).
ζντράνια (τα) : α. τα ανδρικά ρούχα, εσωτερικά του παντελονιού, που συγκρατούνται με τη ζώνη, β. (Νιάνια : ζντράνια = τα φορέματα, τα λευκά είδη, τα προικιάτικα), γ. (open20h = η ένωση πουκαμίσου και παντελονιού), δ. (βλαχ. strani = ρούχο).
ζουχούμʼ (του) : η πικροδάφνη.
ζουμπάς (ου) : α. μικρή βαριοπούλα, β. το εργαλείο των ξυλουργών για να χτυπούν τα καρφιά ώστε να μη φαίνονται, γ. ειρων. ο μικροκαμωμένος άνθρωπος.
ζούμπους (ου) : α. εναέρια ανακατωσούρα και περιδίνηση μικροαντικειμένων, β. πέταγμα πολλών ομοειδών μικροαντικειμένων και διασκορπισμός τους στον αέρα.
ζουρλός (επίθ.) : α. ο παρανοϊκός, β. ο τρελός, γ. ο παλαβός, δ. ο μανιακός, ε. ζουρλαμάρα (η) = η έμμονη μανία για κάτι (π.χ. με το ποδόσφαιρο, με τα γραμματόσημα κτλ.), ε. ζουρλαίνου (ρ.) = τρελαίνω, στ. Προέλευση : από το βενετ. zurlo = άστατος, ελαφρόμυαλος, πηγή : ΑΠΘ.
ζουρμπαρλίκʼ (του) : α. η καταπίεση, β. η επιβολή με το έτσι θέλω, γ. η αυθαιρεσία, δ. ζουρμπάς (επίθ.) = ο βίαιος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. zorbalik, πηγή : ΑΠΘ.
ζουρνάς (ου) : α. μικρό πνευστό μουσικό όργανο με οξύ ήχο, β. Φράση : «ίιι… τιλιφταία τρύπα πτου ζουρνά !» = τιποτένιε.
ζυγγί (του) : α. ο αναβολέας των αλόγων, β. Φράση : «είμι στου ζυγγί» = είμαι έτοιμος).